Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Καραμανλής περί γρίπης και έρωτος


Γράφει ο Κώστας Σπυρόπουλος στο Protagon.gr
Κάθε χρόνο, στις 9 Μαρτίου, η σκέψη γυρίζει στον Καραμανλή. Στο κόλπο με τον Σαρτζετάκη το ‘85. Ανασύρονται στη μνήμη μου δυο περιστατικά. Το ένα πολιτικό. Το δεύτερο, περί... έρωτος!
Ήταν Νοέμβριος του 1984. Ο Καραμανλής, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε επίσημη επίσκεψη στο Βουκουρέστι, προσκεκλημένος του Τσαουσέσκου. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι με τον Πρόεδρο. Νεοσσός, πολιτικός συντάκτης της «Αυγής». Μετά τα επίσημα, τη δεύτερη μέρα, ο Νίκος Νικολάου, από την Καθημερινή, άτυπος, πλην σεβαστός απ' όλους, «πρύτανης», ενημερώνει το τιμ ότι κατά τις εξήμισυ θα έπρεπε να είμαστε όλοι στο λόμπι, για να ανεβούμε στην προεδρική σουίτα. «Θα σας δει ο πρόεδρος», του είχε παραγγείλει ο Πέτρος Μολυβιάτης. Ανεβήκαμε και σε δυο λεπτά ο Καραμανλής ήταν μαζί μας. Casual ντύσιμο, γκρι φανέλλα παντελόνι, πουκάμισο με ασπρόμαυρα μεγάλα καρώ - «τύπου Τέξας», τα λέγαμε τότε - και μια άνετη, γκρι, μονόχρωμη, χοντρή ζακέττα. Μου ερχόταν να καταπιώ τη γραβάτα μου, αλλά ο "πρύτανης" ήταν σαφής. «Μικρέ, γραβάτα. Αλλιώς θα σε βγάλω έξω».
Ο Καραμανλής, ευδιάθετος και με όρεξη για κουβέντα. Μας είπε ότι ανησυχεί για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια γιατί τα νέα από τη Μόσχα δεν ήταν καλά για την υγεία του Αντρόποφ. Δίπλα στη Γιουγκοσλαβία οι διάδοχοι του Τίτο δεν του ενέπνεαν εμπιστοσύνη - να ο πρώτος ρούμπος. Πίστευα τότε, ψυχρός πόλεμος γαρ, ότι οι απ' εδώ είχαν δεμένο το γάιδαρό τους με τους απ' εκεί - αλλά ο Καραμανλής με άφησε με το στόμα ανοιχτό λέγοντας: "Δυστυχώς, δεν έχουμε, πια, ηγέτες. Ανησυχώ...». Η κουβέντα έφτασε γρήγορα στο ψητό, στα εσωτερικά της εποχής. Ο Κουτσόγιωργας είχε φτιάξει νέο εκλογικό νόμο, η Ν.Δ. είχε νέο, δυο μηνών αρχηγό, τον Μητσοτάκη και, όλοι, θεωρούσαμε βέβαιη την επανεκλογή του Καραμανλή. Σφίγγα εκείνος, απάντησε με ένα πλατύ χαμόγελο στην ερώτηση του Νίκου Κιάου και το πήγε εκεί που ήθελε: «Αφήστε τα πρόσωπα, σημασία έχει να έχουμε εσωτερική ενότητα». Αρχισαν οι εκ δεξιών τις γκρίνιες για το ΠΑΣΟΚ, τόλμησα κι εγώ να ανοίξω τό στόμα μου περί Μένιου, οπότε μας διέκοψε απότομα. «Ακου να δεις. Τα λέω και σε πολλούς δικούς μου. Μη νομίζετε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι κάτι περαστικό. Εσείς νομίζετε ότι είναι σαν τη γρίπη. Επιδημία, παίρνεις το φάρμακο και πάει. Πρέπει να μάθετε να ζείτε με το ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι γρίπη». Το βράδυ της 9ης Μαρτίου, όταν διάβασα τη δήλωση παραίτησής του, «αδυνατώ να συμπράττω εις τις εξελίξεις», με την οποία αποδοκίμαζε ηθικά τον Αντρέα, αλλα απέρριπτε εισηγήσεις για χρήση των εξουσιών του και σύγκρουση και κρίση, ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τι εννοούσε. «Δεν είναι γρίπη». Το θυμήθηκα ξανά, τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη φράση στο Νικολάου «έναν πρωθυπουργό τον στέλνεις σπίτι του. Όχι στη φυλακή».
Στο δεύτερο περιστατικό, δεν ήμουν αυτόπτης. Αφηγητής ήταν ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος, υπουργός στις κυβερνήσεις Καραμανλή και βουλευτής Καβάλας. Ακροατής, μαζί μου, ο Πέτρος Ευθυμίου. Είναι Πάσχα του 1990, λίγο μετά τις εκλογές. Είχε δεί τον Καραμανλή και οι δυο μας τον ακούγαμε στη στάση που λέμε «όλος αυτιά».
«Χτες που τρώγαμε το μεσημέρι στου Λεωνίδα, με Βαρβιτσιώτη και Μολυβιάτη, για να ελαφρύνω λίγο την ατμόσφαιρα άρχισα να μιλάω για τη σχέση του Ανδρέα με τη Μιμή».
-Ξέρετε, Πρόεδρε, ο Ανδρέας είναι τσιμπημένος για τα καλά με τη μικρή. Δεν την αφήνει ούτε στιγμή από τα μάτια του». Έκανα μια παύση, για να δοκιμάσω αν τον ενδιέφερε το θέμα γιατί όταν μια συζήτηση τον ενοχλεί είτε σε κόβει, αμέσως κι απότομα, είτε αλλάζει θέμα. Δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο, οπότε συνέχισα. «Άνθρωποι, που τον ξέρουν χρόνια, μου λένε ότι είναι δεν είναι σαν τις άλλες. Μ’ αυτήν είναι τσιμπημένος. Είναι ερω-τευ-μέ-νος-
», είπα και σταμάτησα. Οι υπόλοιποι έβαλαν συγκρατημένα τα γέλια περιμένοντας πώς θα αντιδράσει ο... Θεός. Εκείνος, σιωπηλός, συνέχισε να τσιμπολογάει. Όταν σταμάτησαν τα γελάκια, μας λέει: «Έρωτας. Αυτό το συναίσθημα δεν το ησθάνθην ποτέ. Το' χω ξαναπεί. Στέγνωσα την καρδιά μου». Όλοι μας παγώσαμε. Ο Γιάννης, μου έριξε κλεφτά μιαν αυστηρή ματιά, σαν να μου έλεγε "τι είναι αυτά που κάθεσαι και λες", αλλά κανείς δεν είπε τίποτα. Ούτε λέξη. Ο Καραμανλής συνέχισε: « Γι' αυτό κι έμεινα μόνος…». Παύση από εκείνον, νεκρική σιγή στο τραπέζι. «Και τώρα, έχω έξοδο κάθε Κυριακή. Όπως οι… αυτές οι γυναίκες…», είπε κουνώντας το χέρι σαν να έψαχνε μια λέξη. Όλοι μας βρήκαμε τη λέξη, αλλά κανείς δεν την εκστόμισε – όπως οι Φιλιππινέζες. Ο Βαρβιτσιώτης άρχισε να λέει «μα, τι λέτε, κύριε Πρόεδρε, έχετε τόσους φίλους», αλλά ο Καραμανλής - με την ίδια κίνηση του χεριού - του ‘γνεψε να σταματήσει».
Η «γρίπη», που δεν είναι το ΠΑΣΟΚ κι αυτό το «έχω έξοδο κάθε Κυριακή», έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου. Από τη μια το βαθύ πολιτικό ένστικτο. Από την άλλη, τα απομεινάρια μιας εποχής, που ταυτίστηκε με τη ζωή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου