Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Νίκη Ομπάμα: Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το νόμο για την Υγεία

%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%B7+%CE%9F%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BC%CE%B1%3A+%CE%A4%CE%BF+%CE%91%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF+%CE%94%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF+%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B5+%CF%84%CE%BF+%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF+%CE%B3%CE%B9%CE%B1+%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%A5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επικύρωσε, με απόφασή του, το νομο-σταθμό του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για τη μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας, γεγονός που θεωρείται σημαντική "νίκη" για τους Δημοκρατικούς ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου.

Το Δικαστήριο ενέκρινε με οριακή πλειοψηφία (5 έναντι 4) το νόμο σχεδόν στο σύνολό του, ορίζοντας μόνο ορισμένους περιορισμούς στην παράταση της βοήθειας προς τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα.

Το βασικότερο στοιχείο της μεταρρύθμισης, το άρθρο που ορίζει ότι όλοι οι Αμερικανοί θα πρέπει υποχρεωτικά να ασφαλιστούν μέχρι το 2014, γιατί διαφορετικά θα τους επιβληθεί πρόστιμο, εγκρίθηκε κατ’ αρχήν από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Η διάταξη που ορίζει ότι "ορισμένα άτομα θα πληρώσουν πρόστιμο επειδή δεν ασφαλίστηκαν μπορεί να χαρακτηριστεί επιβολή φόρου", ανέφερε ο δικαστής Τζον Ρόμπερτς στο σκεπτικό της απόφασης. "Επειδή το Σύνταγμα επιτρέπει την επιβολή ενός τέτοιου φόρου, δεν είναι δικός μας ρόλος να τον απαγορεύσουμε", σημείωσε.

Ο νόμος αυτός του 2010, που συνιστά τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας στις ΗΠΑ εδώ και μισό αιώνα, είχε ως στόχο να παράσχει ασφαλιστική κάλυψη σε περισσότερα από 30 εκατομμύρια Αμερικανούς που μέχρι τώρα ήταν ανασφάλιστοι και ταυτόχρονα να μειώσει το κόστος της περίθαλψης. Οι επικριτές του υποστήριζαν ότι ο νόμος περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες και την πολιτική κάθε Πολιτείας σε θέματα υγείας. Είκοσι έξι Πολιτείες και μια μικρή συνδικαλιστική ένωση προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωσή του.

Αντίθετος στο νόμο είναι και ο Μιτ Ρόμνεϊ, ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές.

Πηγή: http://www.metarithmisi.gr/

Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις της σύγχρονης κεντροαριστεράς

του Matt Browne Ruy Teixeira

Aπό το http://www.ppol.gr/

Η βασική πρόκληση για την προοδευτική πολιτική του 21ου αιώνα είναι ποια ζητήματα να θέσει σε προτεραιότητα και πώς να βρει εκείνη την πολιτική στρατηγική και την πολιτική θεματολογία που θα της προσφέρει εκλογικές επιτυχίες. Όπως υπογραμμίζει το φυλλάδιο του «δικτύου πολιτικής» «ένα κεντροαριστερό πρόγραμμα για τους νέους καιρούς», αυτό θα απαιτήσει εξαιρετικά δύσκολες πολιτικές επιλογές και αποφασιστική απεξάρτηση από παλιές βεβαιότητες.



Λοιπόν, σε τι θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα οι προοδευτικοί;

Υπό το φως των αναδυόμενων εκλογικών, δημογραφικών και ιδεολογικών τάσεων, οι προοδευτικοί χρειάζεται να θέσουν τις προτεραιότητές τους στο πλαίσιο των μεγάλων προκλήσεων που ταυτοποιήσαμε στην έρευνά μας του «κέντρου για αμερικανική πρόοδο» (CAP) υπό τον τίτλο «το ευρωπαϊκό παράδοξο», ήτοι:

  • την πρόκληση των συμμαχιών·
  • την πρόκληση του πολιτικού τους αυτοπροσδιορισμού·
  • την πρόκληση της οργανωτικής τους συγκρότησης.

Αν οι σοσιαλδημοκράτες -και ευρύτερα το προοδευτικό κίνημα- δεν απαντήσουν στις προκλήσεις αυτές, η κεντροαριστερά θα συνεχίσει να φθίνει λόγω της οικονομικής κρίσης και της ενίσχυσης της δεξιάς.

Πολιτικές «φαναριού κυκλοφορίας»: προοδευτικές συμμαχίες για μια κονιορτοποιημένη αριστερά

Ας ξεκινήσουμε από την πρόκληση των συμμαχιών: σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου το Δημοκρατικό κόμμα δεν αντιμετωπίζει άξιο λόγου ανταγωνισμό όσον αφορά την εκλογική έκφραση του προοδευτικού στρατοπέδου, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες κατά κανόνα αντιμετωπίζουν αξιοσημείωτο ανταγωνισμό από τρεις πλευρές του πολιτικού φάσματος: τους «πράσινους»· τους αριστερούς σοσιαλιστές· τους φιλελεύθερους κεντρώους. Κι όχι μόνον αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό, αλλά συνήθως τα κόμματα αυτά τους ξεπερνούν σε επιρροή σε συγκεκριμένα τμήματα του προοδευτικού ακροατηρίου όπως όσους διαθέτουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους ανύπανδρους, τους ουδετερόθρησκους και τα μέλη της λεγόμενης «γενιάς της χιλιετίας» («γενιάς Υ»), κατηγορίες όπου συνήθως οι σοσιαλιστές υπολείπονται σε εκλογική επιρροή (με την εξαίρεση, στις περισσότερες χώρες, της ψήφου των μεταναστών). Η ικανότητα των ανταγωνιστικών προς τους σοσιαλδημοκράτες προοδευτικών κομμάτων να προσελκύουν μεγάλα τμήματα αυτών των αναδυόμενων δημογραφικά ομάδων, επέτρεψε στα κόμματα αυτά να αυξάνουν τα ποσοστά τους τις τελευταίες δεκαετίες, σε αντίθεση με τους σοσιαλδημοκράτες που τα είδαν να συρρικνώνονται.

Αν και συμβαίνει ορισμένα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να καταγάγουν αυτοδύναμα εκλογικές νίκες -όπως επί παραδείγματι συνέβη στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας, που όμως είναι εκ των πραγμάτων μια φύσει δικομματική αναμέτρηση- η εποχή της σοσιαλδημοκρατικής μονοκρατορίας ανήκει εν πολλοίς στο παρελθόν. Ο κόσμος έχει αλλάξει άρδην και οι κεντροαριστεροί ανταγωνιστές της σοσιαλδημοκρατίας έχουν δυναμώσει πολύ. Αυτή η πραγματικότητα υπαγορεύει την ανάγκη για μια δημιουργική προσέγγιση της οικοδόμησης προοδευτικών συμμαχιών που να προσελκύουν άλλα προοδευτικά κινήματα αλλά και μεμονωμένα προοδευτικά άτομα, ανεξαρτήτως κομματικής ένταξης, ή και προοδευτικές μη-κομματικές συλλογικότητες. Αυτή την προσέγγιση ασπάστηκαν οι Δανοί σοσιαλδημοκράτες(Socialdemokraterne) στην πετυχημένη απόπειρά τους να σχηματίσουν κυβέρνηση το 2011 και αυτή θα πρέπει να ασπαστούν κι οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες του SPD το 2013, αν θέλουν να έχουν κάποια ελπίδα επιτυχίας.

Εκτιμούμε πως αυτή η πολιτική συμμαχιών αφορά πολύ περισσότερα από την απλή εκλογική επικράτηση. Δείτε τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις που καλούνται σήμερα να φέρουν εις πέρας οι σοσιαλδημοκράτες. Η ανάγκη για ένα νέο υπόδειγμα καπιταλιστικής ανάπτυξης που να είναι βιώσιμο τόσο σε εθνικό όσο και πλανητικό επίπεδο, δεν μπορεί παρά να επιτευχθεί σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τις υπηρεσίες του μέλλοντος και τους «πράσινους». Η ανάγκη να αρθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα και τους τρόπους ζωής, έστω κι αν τα εμπόδια αυτά προστατεύουν ορισμένα στρώματα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά, μπορεί να διευθετηθεί καλύτερα σε συνεργασία με τους «κίτρινους», τους φιλελεύθερους. Μαζί οι κόκκινοι, οι πράσινοι και οι κίτρινοι μπορούν να δημιουργήσουν μια πολύ καλύτερη προοδευτική προσέγγιση από ότι ο καθένας μόνο του. Θεωρούμε πως σε αυτή την πολιτική συγχώνευση, πείτε την πολιτική «φαναριού κυκλοφορίας», θεμελιώνεται ο προοδευτισμός του 21ου αιώνα. Προαπαιτούμενο όμως αυτής της πολιτικής «φαναριού κυκλοφορίας», εφόσον θέλουν να εφαρμόσουν πετυχημένα αυτή τη νέα μορφή πολιτικής, είναι να έχουν αποσαφηνίσει οι σοσιαλδημοκράτες τις δικές τους προτεραιότητες.

Πολιτικές προτεραιότητες για την αναδυόμενη συμμαχία

Κι αυτό μας οδηγεί στη δεύτερη πρόκληση, που αφορά τον αυτοπροσδιορισμό των σοσιαλδημοκρατών. Αν υπάρχει κάτι που ενώνει τις ποικιλόμορφες νέες δυνάμεις του προοδευτικού χώρου, αυτό αφορά τις προσδοκίες. Έχουμε συνήθως είτε ανθρώπους που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας και προσδοκούν να εισέρθουν σε αυτή, είτε κατόχους σχετικά μεγάλου ανθρωπίνου κεφαλαίου που προσδοκούν υψηλή εισοδηματική κινητικότητα και καλύτερη ποιότητα ζωής. Απαιτούν να δοθεί στο κράτος ισχυρός ρόλος για να μετατοπιστεί το επίκεντρο των προοδευτικών πολιτικών από την ασφάλεια στην ευκαιρία. Η τελευταία υπογραμμίζει την απόκτηση και την χρήση της εκπαίδευσης, την ενίσχυση νέων οικονομικών κλάδων σαν την βιοτεχνολογία και τις καθαρές μορφές ενέργειας που απαιτούν υψηλή κατάρτιση και παρέχουν θέσεις εργασίας με υψηλή αμοιβή, επενδύσεις σε υποδομές που υποστηρίζουν αναδυόμενους οικονομικούς κλάδους και τη μετάβαση προς την πράσινη οικονομία, την παροχή αποτελεσματικών δημοσίων υπηρεσιών (από πράσινους ελεύθερους χώρους στις μετακινήσεις και στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης).

Όλα αυτά δεν σημαίνουν την αχρήστευση των παραδοσιακών προγραμμάτων παροχής οικονομικής ασφάλειας. Αλλά σημαίνουν μια αλλαγή προτεραιοτήτων, ώστε αυτά τα προγράμματα να μην υπονομεύουν την κινητικότητα, αλλά αντιθέτως, να την ευνοούν. Χωρίς την ύπαρξη ενός ορισμένου επιπέδου οικονομικής εξασφάλισης, η ανάγκη για οικονομική επιβίωση και η αποφυγή τυχόν οικονομικής καταστροφής κυριαρχούν στη ζωή των εργαζομένων και περιορίζουν την ενεργοποίησή τους για την οικονομική τους βελτίωση. Ως εδώ, η οικονομική εξασφάλιση είναι ταυτόχρονα φιλάνθρωπη -και καλή για την κινητικότητα. Αλλά η υπέρμετρη οικονομική εξασφάλιση, ιδίως αν επικεντρώνεται σε όσους βρίσκονται «εντός» της αγοράς εργασίας και αφορά άκαμπτους κανόνες εργασιακής προστασίας, κλειστές αγορές και ειδικά προνόμια,πλήττουν την πλήρη απασχόληση και στερούν από το δημόσιο τομέα πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε προγράμματα βελτίωσης των ευκαιριών, στην εκπαίδευση και τις υποδομές. Κάτι τέτοιο είναι αρνητικό για την εισοδηματική κινητικότητα.

Οπότε οι σοσιαλδημοκράτες, προκειμένου να υπηρετήσουν την αναδυόμενη κοινωνική τους συμμαχία, οφείλουν να αλλάξουν τις πολιτικές τους προσεγγίσεις. Αυτό θα τους αποξενώσει μεν από ορισμένους οπαδούς τους που ανήκουν στην παραδοσιακή εργατική τάξη -πράγμα που συμβαίνει ήδη- αλλά θα τους βοηθήσει να προσελκύσουν εκ νέου και να συγκρατήσουν τα πιο φιλόδοξα μέλη αυτών των στρωμάτων, ενώ παράλληλα θα «τσιμεντάρουν» τη υποστήριξη των ανερχόμενων, φιλικών τους κοινωνικών στρωμάτων. Η συναλλαγή αυτή δεν είναι απλά συμφέρουσα. Πραγματιστικά μιλώντας είναι ο μόνος δρόμος προς τα μπρος που έχει απομείνει στην αριστερά.

Αυτές οι πολιτικές προτεραιότητες εγείρουν το ακανθώδες ζήτημα της ανάπτυξης. Χωρίς σχετικά ταχεία και ισότιμα κατανεμημένη οικονομική ανάπτυξη είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να παράσχουμε εισοδηματική κινητικότητα επαρκή για να ικανοποιηθούν οι συνιστώσες της αναδυόμενης προοδευτικής συμμαχίας. Επιπλέον τις τελευταίες δεκαετίες οι σοσιαλδημοκράτες συνδέθηκαν με την αργή και άνισα κατανεμημένη οικονομική ανάπτυξη και τις φτωχές επιδόσεις στον τομέα της απασχόλησης, καθώς επέλεξαν να συγκεντρωθούν στην υπεράσπιση των «κεκτημένων» προνομίων και στην προστασία της ακαμψίας στην αγορά εργασίας.

Αλλά πώς να επιτευχθούν παρόμοιο ρυθμοί ανάπτυξης; Πού ευρίσκεται κρυμμένο αυτό τοπροοδευτικό μοντέλο ανάπτυξης που θα μπορούσε να παράσχει παρόμοιες επιδόσεις; Δεν υπάρχει πιο σημαντικός τομέας όπου οι σοσιαλδημοκράτες να χρειάζεται σήμερα να αποσαφηνίσουν τις θέσεις τους από εκείνον της ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα η ίδια η μοίρα των σοσιαλδημοκρατών όσον αφορά την πολιτική και τις πολιτικές τους, εξαρτάται από αυτό.

Κατ’ αρχήν, το νέο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο χρειάζεται να θεμελιωθεί στην απόρριψη της λιτότητας. Πέραν των βραχυχρόνιων συμβιβασμών που είναι αναγκαίοι προκειμένου να μη βουλιάξουν ορισμένες χώρες στην τρέχουσα νομισματική κρίση, η λιτότητα δεν είναι -και δεν μπορεί να γίνει- η προοδευτική αναπτυξιακή στρατηγική (μάλιστα τα δεδομένα ενισχύουν τη θέση πως δεν είναι ούτε καν συντηρητική αναπτυξιακή πολιτική!) Οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να είναι σαφείς ως προς αυτό και να προτείνουν με καθαρότητα μια καλά προσδιορισμένη εναλλακτική πρόταση.

Αυτή η εναλλακτική λύση οφείλει να αναδείξει την ανάγκη για μια συντονισμένη αναπτυξιακή στρατηγική πέραν των κρατικών συνόρων. Στην Ευρώπη, αυτή αρχίζει από την οικονομική ενοποίησή της, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστο της δημιουργίας των ευρωομολόγων, ώστε να εξουδετερωθεί η επέκταση της κρίσης και η αστάθεια που κλυδωνίζει τόσο πολλά ευρωπαϊκά κράτη. Πέραν τούτου, είναι απαραίτητη η εγκαθίδρυση ενός νέου οικονομικού καθεστώτος που να προασπίζει τις μεμονωμένες χώρες αλλά και την παγκόσμια οικονομία από τις ανεξέλεγκτες ροές του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Αλλιώς, η ανάπτυξη θα ανακοπεί πριν καν καλά-καλά ξεκινήσει.

Δεύτερον, οι σοσιαλδημοκράτες οφείλουν να αναπτύξουν εγχώρια οικονομικά σχέδια που δεν θα περιλαμβάνουν απλά στόχους για περικοπές στα δημοσιονομική ελλείμματα (σύμφωνα με την τρέχουσα προσέγγιση) αλλά και τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν πραγματικά να πυροδοτήσουν μια νέα αναπτυξιακή πορεία. Επί παραδείγματι, οι χώρες που θα κληθούν να αναδιαρθρώσουν το κράτος-πρόνοιας τους και να μεταρρυθμίσουν τις αγορές εργασίας τους, δεν μπορεί απλά να κόβουν δαπάνες και να απελευθερώνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτές μπορεί να είναι αναγκαίες συνθήκες, αλλά πολύ απέχουν από το να είναι ικανές. Αντιθέτως, παρόμοιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να συνδυάζονται από επενδύσεις και πολιτικές που θα εξοπλίζουν τις επιχειρήσεις για το μέλλον και θα εξασφαλίζουν την πλήρη απασχόληση, ιδίως για τις βαριά πληττόμενες νέες γενιές και τους άλλους εκτοπισμένους από την αγορά εργασίας. Το κράτος όχι μόνο δεν καλείται να παίξει μειωμένο ρόλο, αλλά θα πρέπει να πρωταγωνιστεί, αναβαθμίζοντας το επίπεδο εκπαίδευσης, διοχετεύοντας πόρους προς τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, επιβάλλοντας διευθετήσεις στην αγορά εργασίας που συναρμόζουν τους ανθρώπους με τις θέσεις απασχόλησης καθώς οι συνθήκες αλλάζουν και παρέχοντας πακέτα εξυπνότερα σχεδιασμένων και αποτελεσματικότερα παραδοτέων κοινωνικών παροχών. Αν εφαρμοζόταν σε μια σειρά από χώρες μια τέτοια προσέγγιση, θα μπορούσε να οδηγήσει πολύ ασφαλέστερα στην εποχή της ισχυρής ανάπτυξης από ότι οι απλές περικοπές των δαπανών.

Τo πρόβλημα της κομματικής συγκρότησης

Τέλος, οι σοσιαλδημοκράτες καλούνται να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της οργανωτικής τους συγκρότησης: είναι καταφανές πως η σημερινή κομματική δομή είναι εντελώς ακατάλληλη να λειτουργήσει ως όχημα ενός κινήματος που θέλει να εκφράσει τη σύγχρονη κεντροαριστερά. Οι σοσιαλδημοκράτες δεν εκσυγχρόνισαν τα κόμματά τους, ενώ οι κοινωνίες τους γίνονταν αγνώριστες από κατά κύματα δημογραφικές και δομικές αλλαγές. Η έλξη που νιώθουν πολλοί για τα καινοφανή ηθικά ή προοδευτικά κινήματα οφείλεται στο ότι είναι πολύ λιγότερο ιεραρχικά από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η τάση βρήκε τη λογική της έκφραση στην εμφάνιση των υπερ-δημοκρατικών «πειρατών» που η επιτυχία τους ας μην υποτιμάται. Αναφέρονται σε δημοκρατικά αιτήματα που είναι πολύ πραγματικά, ιδίως στους νέους.

Το πολιτικό κίνημα του «τρίτου δρόμου» που έχει αφήσει το ίχνος του στα υφιστάμενα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, υπήρξε πολύ διαφορετικό: οι εκφάνσεις του ήταν διαρθρωμένες γύρω από πολύ στενά διοικητικά και ελεγκτικά κέντρα. Διέθεταν ισχυρά κέντρα αποφάσεων και άκαμπτη ελεγκτική δομή. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες και η επικοινωνιακή τους διαχείριση ακολουθούσαν εικοσιτετράωρο κύκλο και ήταν έντονα συγκεντρωτικές ως προς τον έλεγχο και την επικοινωνία τους. Ο εσωκομματικός διάλογος αποθαρρυνόταν καθώς θεωρούνταν πως «συσκότιζε το μήνυμα» του κόμματος και έδινε στους πολιτικούς αντιπάλους την ευκαιρία να εμφανίζουν ως διχασμένους τους προοδευτικούς.

Αλλά η έλευση των νέων κοινωνικών δικτύων και της μπλογκόσφαιρας καθιστά ανέφικτη τη συνέχιση ενός παρόμοιου ελέγχου. Παράλληλα, τα μέλη και οι οπαδοί των κομμάτων είναι σήμερα πολύ λιγότερο υποτακτικοί απέναντι στους κομματικούς αξιωματούχους και τους πολιτικούς, και φιλοδοξούν να παίζουν πολύ ενεργότερο ρόλο στην πολιτική διαδικασία. Ο συνδυασμός αυτών των τάσεων απαιτεί μια νέα κομματική και εξωκομματική δομή, που να ευνοεί την πολιτική ενοποίηση του κινήματος, να διαχέει ευρύτερα τα μηνύματα και να οργανώνει την υποστήριξη των οπαδών πιο αποτελεσματικά, στο επίπεδο της βάσης. Τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ας μην αυταπατώνται πως για να τα πετύχουν αυτά αρκεί να εισαγάγουν τις τεχνικές που αξιοποιήθηκαν σε άλλες χώρες -όπως π.χ. την προεκλογική καμπάνια του Ομπάμα (Obama) του 2008. Το κλειδί βρίσκεται στην οικοδόμηση πιο δημοκρατικών πολιτικών υποδομών γύρω από τις τεχνολογίες αυτές, σε συνδυασμό με την ανοικτή σχέση μεταξύ αυτών των υποδομών και του προοδευτικού ακροατηρίου. Κοντολογίς, ήρθε η ώρα να τονισθεί το δεύτερο συνθετικό του όρου «σοσιαλδημοκρατία».

Οι σοσιαλδημοκράτες έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν θετικά στην τριπλή αυτή πρόκληση (τη «συμμαχική», την «ταυτολογική» και την «οργανωτική») αλλά μόνο αν προσηλωθούν σε αυτά τα τρία ζητήματα. Είναι όμως πάντοτε μεγάλος ο πειρασμός να διαφοροποιούν τα στοιχήματά τους -και να προσπαθούν να αξιοποιούν όποιο πρόβλημα τους παρουσιάζει η συγκυρία. Αυτό είναι μεν κατανοητό, αλλά εντέλει αποτελεί τον οδικό χάρτη προς την αποτυχία. Τώρα είναι η ώρα της επιλογής.

Στουρνάρας: "Eίχαμε πελατειακό καπιταλισμό"


Από το protagon.gr

Ο Γιάννης Στουρνάρας, δίνει τις απαντήσεις του για την ελληνική οικονομία,οκτώ μήνες πριν γίνει ο υπουργός της («Πρωταγωνιστές» -  2 Οκτωβρίου 2011).

«Το σενάριο επιστροφής στην δραχμή, ειδικά μετά από μία χρεοκοπία, σημαίνει το κλείσιμο της ελληνικής οικονομίας. Θα γίνει όπως ήταν η Αλβανία του Ενβέρ Χότζα. Θα επιστρέψουμε νομίζω ρεαλιστικά στο επίπεδο ευημερίας του 1950».
Ποιος πληρώνει τον παπά;
«Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουμε και που μας έχουν στιγματίσει -  γιατί είναι δύσκολο να το καταλάβει ένας ευρωπαίος και ιδιαίτερα αυτοί που έχουν προτεσταντική λογική και ηθική - είναι οι συνταξιούχοι των 50 ετών και μάλιστα οι γυναίκες κάτω από 50. Ξέρετε ότι το κράτος πληρώνει τους μισθούς των ιερέων. Δεν συμβαίνει πουθενά αλλού αυτό. Εγώ νόμιζα ότι στην Ιταλία για παράδειγμα, με την μεγάλη παράδοση του καθολικισμού, το κράτος πληρώνει τους μισθούς των ιερέων. Δεν ισχύει. Απλά σου λέει, στην φορολογική σου δήλωση, θέλεις το 0,5%  να πάει για τους μισθούς των ιερέων;».
Τι είδε ο Γιαπωνέζος;
«Έχει μεγάλη πλάκα. Έρχονται καμιά φορά συνεργεία τηλεόρασης,ιδιαίτερα από την Ανατολή, οι οποίοι περιμένουν να δουν μια χώρα υπό κατάρρευση, να δουν ανθρώπους να σέρνονται στον δρόμο. Πάνε, λοιπόν, Γιαπωνέζοι και μου λένε «ήρθαμε από το Φάληρο και είδαμε γιότ». Και τους ρωτώ «σας εκπλήσσει;» . Και μου απαντούν «βλέπουμε Πόρσε και Φεράρι στον δρόμο». Και τους λέω «κοιτάξτε να δείτε κύριοι, η Ελλάδα είναι μία χώρα με πλούσιους Έλληνες αλλά με φτωχά δημόσια οικονομικά, διότι πολλοί πλούσιοι δεν πληρώνουν φόρο».
Γιατί η Λάρισα είναι ένα τεράστιο στρατόπεδο;
«Πόσα στρατόπεδα έχουμε μέσα στις πόλεις; Χρειάζονται σήμερα; Υπάρχει από βορρά κίνδυνος; Εγώ υπηρέτησα στην Λάρισα φαντάρος. Όλη η Λάρισα είναι ένα τεράστιο στρατόπεδο. Γιατί να μην γίνει, να μην αναπτυχθούν ξενοδοχεία; Έχει δίπλα τον Πλαταμώνα, τον Όλυμπο, θαυμάσια μέρη. Για ποιον λόγο να έχουμε στρατόπεδα μέσα στην Λάρισα; Τόσα πολλά;».
Για να μπορούν οι πολιτικοί να κάνουν μεταθέσεις;
«Το πελατειακό κράτος. Γι’ αυτό και η Ελλάδα δεν είχε ποτέ κανονικό καπιταλισμό, είχε πελατειακό καπιταλισμό. Όταν έφυγαν οι Οθωμανοί, τις οθωμανικές γαίες τις κληρονόμησε κυρίως το κράτος και η εκκλησία, όχι οι ιδιώτες.Στην Γαλλία για παράδειγμα, 500 οικογένειες έχουν την μισή Γαλλία. Αυτό δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Το κράτος στην Ελλάδα και η εκκλησία είναι οι μεγάλοι γαιοκτήμονες. Πρέπει, έπρεπε χτες ήδη, να είχαμε ξεκινήσει να αξιοποιούμε την δημόσια γη».
Πουλάς σε περίοδο κρίσης;
«Βεβαίως και πουλάς. Το Ελληνικό εδώ και χρόνια θέλαμε να το κάνουμε μόνο πάρκο, ενώ θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα μέρος πάρκο και το υπόλοιπο να το κάνουμε το Μόντε Κάρλο της Ανατολικής Μεσογείου και μάλιστα 7φορές μεγαλύτερο από το κανονικό Μόντε Κάρλο».
Γιατί δεν πήραμε λεφτά από τους Κινέζους;
«Από τον δανεισμό που έχουμε κάνει από την Τρόικα, οι όροι είναι καλύτεροι από ό, τι δανείζεται η Ιταλία σήμερα. Δεν υπάρχουν άνθρωποι να μας δανείσουν ή χώρες να μας δανείσουν με μικρότερους τόκους».
Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
«Φέτος το καλοκαίρι στην Σύρο, γνώρισα πολλούς πολιτικούς από το γερμανικό SPD. Δεν φαντάζεστε πόσο θέλουν να βοηθήσουν. Δεν φαντάζεστε πόσες προσπάθειες έχουν κάνει για να καταστήσουν γραφικούς όλους αυτούς τους Γερμανούς δημοσιογράφους και οικονομολόγους που λένε «έξω η Ελλάδα από το ευρώ», επομένως έχουμε πάρα πολύ ισχυρούς φίλους,πρέπει όμως να τους βοηθήσουμε».
Σταύρος Θεοδωράκης: «Όταν ερχόταν δηλαδή ο λογαριασμός στην ταβέρνα, δεν σας κοιτούσαν καχύποπτα;».
Γιάννης Στουρνάρας: «Όχι καθόλου. Μία φορά κέρασα εγώ, μία φορά κέρασαν αυτοί. Γερμανικό σύστημα»

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Γκάουκ: "Μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, το χειρότερο δυνατό σενάριο"

%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BF%CF%85%CE%BA%3A+%22%CE%9C%CE%B9%CE%B1+%CE%95%CF%85%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B7+%CE%B4%CF%8D%CE%BF+%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD%2C+%CF%84%CE%BF+%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF+%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C+%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%22%09Ο γερμανός πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ δήλωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Ρώμη ότι η κυβέρνηση της χώρας του δεν έχει πρόθεση να διαχωρίσει την ευρωζώνη σε ισχυρά και πιο αδύναμα μέλη.

"Δεν έχω ακούσει ποτέ μέλη της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης να συζητούν για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων", σημείωσε ο Γκάουκ σε συνέντευξη Τύπου στη Ρώμη με τον Ιταλό ομόλογό του Τζόρτζιο Ναπολιτάνο.

Ο γερμανός πρόεδρος επεσήμανε ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός θα αποτελούσε «το χειρότερο δυνατό σενάριο» που θα μπορούσε να προέλθει από την κρίση στην ευρωζώνη.

Ο Ναπολιτάνο από την πλευρά του εκτίμησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται πιο σταθερή ηγεσία. «Ο κίνδυνος είναι η Ευρώπη ως σύνολο να αποτύχει να λάβει όλες τις απαραίτητες αποφάσεις εγκαίρως και με διαύγεια», επεσήμανε αναφερόμενος στην κρίση χρέους που απειλεί αρκετές χώρες της νότιας Ευρώπης.

Καθαρή νίκη των Σοσιαλιστών δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στη Γαλλία

Δύο δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν σήμερα καταδεικνύουν πως οι Σοσιαλιστές του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ οδεύουν στο να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της εθνοσυνέλευσης στο δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών της Κυριακής, καθώς η προεκλογική εκστρατεία τερματίζεται σήμερα. Η πιθανή νίκη της κεντροαριστεράς θα έδινε στον Ολάντ μεγαλύτερη άνεση στην προώθηση νόμων και θα τον ενίσχυε στις προσπάθειές του να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους στην ΕΕ.

Οι δημοσκοπήσεις των Ipsos και OpinionWay αφήνουν να διαφανεί ότι οι Σοσιαλιστές θα καταλάβουν πάνω από τις 289 έδρες που χρειάζονται για την απόλυτη πλειοψηφία στην εθνοσυνέλευση χωρίς να εξαρτώνται από τους ευρωσκεπτικιστές του Αριστερού Μετώπου ή από τους Πράσινους.

Οι σημαντικότεροι ηγέτες της κεντροαριστεράς έκαναν πάντως εκκλήσεις της τελευταίας στιγμής προς τους ψηφοφόρους, καλώντας τους να συμμετάσχουν μαζικά στην διαδικασία την Κυριακή ώστε να διασφαλίσουν ότι η κεντροαριστερά θα πάρει τον έλεγχο της εθνοσυνέλευσης, για πρώτη φορά εδώ και μια δεκαετία.

Ο πρωθυπουργός Ζαν-Μαρκ Ερό κάλεσε τους ψηφοφόρους να στείλουν το σαφέστερο δυνατό μήνυμα.

Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς έκανε λόγο περί απειλής χάους για τη Γαλλία και την Ευρώπη σε περίπτωση που, αντίθετα με όσα καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις, η δεξιά κατισχύσει στη βουλή και αναγκάσει τον Ολάντ σε πέντε χρόνια συγκατοίκησης. «Αυτό θα είναι αδύνατο να το διαχειριστούμε», σημείωσε μιλώντας στο France Inter. «Αυτός είναι ο λόγος που καλώ να υπάρξει ψήφος που θα φέρει συνοχή, όχι χάος».

Η δημοσκόπηση της Ipsos δίνει στο στρατόπεδο του Σοσιαλιστικού Κόμματος από 298 ως 331 έδρες. Οι Πράσινοι, που έχουν συμφωνήσει να υποστηρίξουν τους Σοσιαλιστές, φέρονται να καταλαμβάνουν σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση 14 ως 20 έδρες και το Αριστερό Μέτωπο 12-13.

Η δημοσκόπηση της OpinionWay δίνει στους Σοσιαλιστές 295-330 έδρες, στους Πράσινους 12-18 και στο Αριστερό Μέτωπο 8-12.

Το κεντροδεξιό κόμμα Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP) φέρεται ότι θα καταλάβει από 192 ως 226 έδρες στην εθνοσυνέλευση αν ο αριθμός επαληθευτεί, θα πρόκειται για τη χειρότερη επίδοσή του τα τελευταία 30 χρόνια, σύμφωνα με την Ipsos, 200-230 σύμφωνα με την OpinionWay.

"Σοσιαλδημοκρατική κρίση" της Μαριλένας Κοππά


Η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατικής αφήγησης στην Ευρώπη, είναι δεδομένη. Και αυτό, γιατί ο πυρήνας αυτής της πολιτικής αφήγησης ήταν το κράτος, που με την εμπλοκή του στην αγορά, μπορούσε να αμβλύνει τη σημαντικότερη αδυναμία της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή την αδυναμία συντονισμού και στρατηγικού σχεδιασμού.

Αυτή τη στιγμή, όλη η Ευρώπη κινείται ολοένα και ταχύτερα προς την κατεύθυνση της αποδόμησης της αγοράς εργασίας. Άλλωστε, το λεγόμενο πλεόνασμα ανταγωνιστικότητας στη Γερμανία, βασίστηκε στην αδυναμία των συνδικάτων, όταν με ανεργία κοντά στο 10% επί σειρά ετών, αναγκάστηκαν να επιτρέψουν την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, προκειμένου η είσοδος των νέων σε αυτή να διευκολυνθεί κυρίως δια της μεθόδου «προσφορών και εκπτώσεων» στο μη μισθολογικό κόστος (κοινωνική ασφάλιση), στο είδος της απασχόλησης (μερική έναντι πλήρους) και σε μια σειρά κοινωνικών δικαιωμάτων (υπερωρίες, επιδόματα, κ.ο.κ.). Όσο αυξάνεται η ανεργία, τόσο αποδυναμώνεται η δύναμη των συνδικάτων, προπύργια άλλοτε της κοινωνικής βάσης του σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Ακόμα και σήμερα στη Γερμανία, η αύξηση της κατανάλωσης οφείλεται στο φθηνό δανεισμό κράτους και επιχειρήσεων, και όχι στην αναδιανομή. Αυτό είναι το γερμανικό μοντέλο.

Παράλληλα, μια σειρά από στρατηγικά τμήματα της παραγωγής, που επέτρεπαν στο ευρωπαϊκό κράτος να επεμβαίνει ουσιαστικά στην αγορά, έχει χαθεί: τηλεπικοινωνίες, λιμάνια, μεταφορές, ενέργεια, κ.ο.κ.. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μπορούν πλέον να σχεδιάζουν αξιόπιστα στρατηγικά σχέδια ανάπτυξης.

Παράδειγμα 1ο: Στη Βρετανία, διαπιστώνεται ότι οι μεγάλοι παραγωγοί ενέργειας εξαντλούσαν τα όρια των μονάδων τους, χωρίς να επενδύουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι την επόμενη δεκαετία θα βγει εκτός αγοράς το 20% των μονάδων παραγωγής βάσης, χωρίς να είναι σαφές πώς θα αποκατασταθεί το κενό στην αγορά χωρίς να αυξηθούν δραματικά οι τιμές, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη βιομηχανία. Μπορεί ο κλάδος της ενέργειας να αυξήσει την κερδοφορία του, αλλά η οικονομία συνολικά θα υποφέρει και – αργά ή γρήγορα – και ο κλάδος της ενέργειας.

Παράδειγμα 2ο: Στη Γερμανία, που έως πέρυσι υπερηφανευόταν ότι ήταν η μεγαλύτερη δύναμη στην αγορά ηλιακής ενέργειας, οι μεγαλύτερες εταιρείες κατασκευής ηλιακών πάνελ έκλεισαν. Τους πέταξαν εκτός αγοράς οι κινεζικές. Παράλληλα, τα σχέδια επιθετικής ανάπτυξης φωτοβολταϊκών σε όλη την Ευρώπη, υποφέρουν, δεδομένου ότι «το κράτος», δηλαδή οι φορολογούμενοι και «η αγορά», δηλαδή οι καταναλωτές-φορολογούμενοι, αδυνατούν να σηκώσουν το διπλό λογαριασμό αυξημένων τιμολογίων και φόρων για το κόστος της πράσινης ενέργειας.

Τέλος, το τελευταίο προπύργιο της επέμβασης στην αγορά, δηλαδή η φορολογική πολιτική, δεν είναι πλέον τόσο ισχυρό. Μπορεί η Ελβετία να εξαναγκάστηκε να κλείσει συμφωνίες με τα περισσότερα πλέον ευρωπαϊκά κράτη, αλλά η φοροδιαφυγή καλά κρατεί. Από τη μια πλευρά, η ελβετική UBS δήλωσε απώλεια καταθέσεων 180 δις Ευρώ, από την άλλη η θυγατρική της στη Σιγκαπούρη δήλωσε αύξηση 170 δις Ευρώ. Συνεπώς, το μαύρο χρήμα εξακολουθεί να έχει προστασία. Παράλληλα, για σχεδόν δύο δεκαετίες οι ευρωπαϊκές οικονομίες ανταγωνίζονται η μία την άλλη για μειωμένους φορολογικούς συντελεστές. Εκεί βασίστηκε το ιρλανδικό «θαύμα», εκεί βασίζεται και το βουλγαρικό μοντέλο ανάπτυξης.

Και ενώ το κράτος έχει μετατραπεί από ελεγκτής και ρυθμιστής της αγοράς, σε λειτουργικό σύστημα, που προσπαθεί να είναι όσο περισσότερο «συμβατό» γίνεται με τις απαιτήσεις των επενδυτών, καθίσταται προφανές ότι η αγορά έχει αποτινάξει «το ζυγό» τού πολιτικού ελέγχου και, συνεπώς, της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διαχειρίζονται μια σειρά υποχωρήσεων στις πιέσεις των αγορών, αδυνατώντας όμως να θεμελιώσουν μια πειστική αφήγηση εξόδου από την κρίση, δεδομένου ότι δεν ελέγχουν τις αγορές πολιτικά. Σταδιακά, η σοσιαλδημοκρατία χτίζει πανευρωπαϊκές θέσεις, όπως ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, επειδή πολύ απλά «η σοσιαλδημοκρατία σε μια χώρα» είναι το ίδιο ουτοπική με την αφήγηση του «σοσιαλισμού σε μια χώρα».

Οι πολυεθνικές δεν είναι παντοδύναμες, όταν ο πολιτικός τους αντίπαλος έχει πολιτικό μέγεθος. Οι εταιρείες από τον αναπτυσσόμενο κόσμο κυριαρχούν σταδιακά στις αγορές. Και δεν πρόκειται για πολυεθνικές, αλλά για υπερ-ΔΕΚΟ. Πράγματι, οι μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο σήμερα, σε μια σειρά από κλάδους, δεν είναι πλέον πολυμετοχικές-ιδιωτικές, αλλά συχνά πολυμετοχικές υπό κρατικό έλεγχο. Τον περασμένο χρόνο, περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων ξένων άμεσων επενδύσεων προήλθε από super-ΔΕΚΟ, χωρίς μάλιστα να συμπεριλαμβάνουμε εδώ την ισχύ κρατικών ταμείων (Funds), όπως της Νορβηγίας ή του Ντουμπάι. Ως επενδυτές, είτε μιλάμε για Funds είτε για εταιρείες, αυτοί οι κρατικοί δρώντες έχουν μεσομακροπρόθεσμο στρατηγικό ορίζοντα, συχνά βέβαια προς όφελος μιας χούφτας νεόπλουτων ολιγαρχών. Την ίδια στιγμή, η κατακερματισμένη πολιτικά και οικονομικά Δύση, φαίνεται ανήμπορη να αντιδράσει, αφού εάν μάθαμε κάτι από την κρίση στην Ευρώπη, είναι ότι η πολιτική ηγεσία αντιδρά με γνώμονα τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου και των δημοσκοπήσεων από μέρα σε μέρα, χωρίς στρατηγική ή μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεν είναι η ηγεσία που είναι ανεπαρκής, είναι ο πολιτικός ρόλος που είναι περιορισμένος.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ολάντ πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από «ένας κανονικός Πρόεδρος» για να σώσει την παρτίδα. Η πραγματική αποκατάσταση της σοσιαλδημοκρατικής αφήγησης, απαιτεί πλέον αλλαγή κλίμακας στην αντιπαράθεση αγορών-πολιτικής. Οδηγούμαστε δηλαδή είτε σε μια Ομοσπονδιακή Ευρώπη, όπου το μέγεθος των πολιτικών εργαλείων παρέμβασης στις αγορές θα είναι υπολογίσιμο, είτε στην υποχώρηση της πολιτικής κυριαρχίας όλων των κρατών-μελών. Και αυτή είναι μια διαμάχη που δεν αφορά πλέον μόνο τη διάσωση της σοσιαλδημοκρατικής αφήγησης, αλλά την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας.

Το δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να είναι ούτε στρατηγικό, όπως επιτάσσει η σοσιαλδημοκρατία, ούτε επιτελικό, όπως επιτάσσει ο νεοφιλελευθερισμός, τη στιγμή που θα έχει χαθεί ο έλεγχος των αγορών. Και αυτό δε σημαίνει μόνο κρίση της δημοκρατίας ή της πολιτικής. Σημαίνει επίσης κρίση της οικονομίας, επειδή εάν μάθαμε κάτι τα τελευταία χρόνια είναι ότι όταν η αγορά δεν ελέγχεται, γίνεται αυτοκαταστροφική. Χωρίς φθηνό δανεισμό και χωρίς αναδιανομή εισοδήματος, «η αγορά» κινδυνεύει να μείνει χωρίς πελάτες-πολίτες. Μια ευρωπαϊκή οικονομία χωρίς μια ευρωπαϊκή κοινωνία, είναι αδύνατη. Μια σοσιαλδημοκρατία χωρίς την επανάκτηση του πολιτικού ελέγχου της Ευρώπης, επίσης.

Η Μαριλένα Κοππά είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ

Κοινό μήνυμα Ολάντ - Μόντι:"Να σταματήσουν τα τελεσίγραφα προς την Αθήνα"










 
%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C+%CE%BC%CE%AE%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B1+%CE%9F%CE%BB%CE%AC%CE%BD%CF%84+%2D+%CE%9C%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9O Ιταλός πρωθυπουργός, Μάριο Μόντι, και ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ, κατά τις χθεσινές τους συνομιλίες, στάθηκαν ιδιαίτερα στην κρίση της χώρας μας, επισημαίνοντας ότι «πρέπει να σταματήσουν τα τελεσίγραφα προς την Αθήνα», όπως αναφέρεται σε σχόλια του ιταλικού τύπου.

Πιο αναλυτικά, η εφημερίδα «Ιλ Μεσσατζέρο», τονίζει ότι οι δυο ηγέτες εκτιμούν ότι «πρέπει να αποφευχθούν άκαμπτες στάσεις προς την Ελλάδα και οι διάφορες κυβερνήσεις πρέπει να σταματήσουν να στέλνουν τελεσίγραφα. Πρέπει να σταματήσουν να λένε ότι ή κάποιος αποδέχεται τα πάντα ή τίθεται αυτόματα εκτός».

Η εφημερίδα της Ρώμης τονίζει ότι Ολάντ και Μόντι συμφώνησαν, επίσης, πως «οι θέσεις αυτές, τα τελεσίγραφα, λειτουργούν πέρα για πέρα αρνητικά, ενώ χρειάζεται μια λογική προσέγγιση. Η Ελλάδα πρέπει να μείνει εντός ευρώ».

Οι Ιταλοί σχολιαστές, τονίζουν, δε, πως σε ό,τι αφορά τα ευρωομόλογα, ο Ιταλός πρωθυπουργός και ο Γάλλος Πρόεδρος είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι «πρόκειται για το μόνο μέσο που μπορεί να σταματήσει την κερδοσκοπία» και η Γαλλία είναι διατεθειμένη, σ’ αντάλλαγμα, να θέσει υπό συζήτηση την μείωση της κυριαρχίας, προς ενίσχυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

«Θα πρέπει όμως να διαπιστωθεί αν το Παρίσι, δεχθεί, τελικά, να ελέγχονται και να καταρτίζονται συλλογικά, οι διάφοροι κρατικοί προϋπολογισμοί των χωρών μελών, από την Ευρωπαϊκή Ένωση», προσθέτει ο ιταλικός τύπος.

Ο σχολιαστής της «Μεσσατζέρο», Αλμπέρτο Τζεντίλι, τέλος, υπογραμμίζει ότι «στόχος της Γαλλίας και της Ιταλίας, για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 28ης Ιουνίου, είναι να καθοριστεί ένας οδικός χάρτης που να οδηγήσει, μεσοπρόθεσμα, στην υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Όχι άμεσα, όμως, διότι χρειάζεται, πρώτα, αλλαγή του γερμανικού συντάγματος».

Παπανδρέου: "Ο Κάρλος Φουέντες ήταν ιδεολόγος

Ο Μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες ήταν περισσότερο ιδεολόγος παρά πολιτικός αναφέρει ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου σε δήλωσή του με αφορμή το θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη.

Αναφέρει επίσης ότι ο Κάρλος Φουέντες εξέφραζε με αριστοτεχνικό τρόπο την υπαρξιακή αγωνία που δημιουργεί η σύγκρουση των οικουμενικών αξιών με τη σύγχρονη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα.

Τέλος σημειώνει ότι ο Μεξικανός συγγραφέας έδωσε μάχες για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους μετανάστες, υπογραμμίζοντας: «Όπως και ο ήρωας σε ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία, Αρτέμιο Κρουζ, έβλεπε με πικρή ειρωνεία την απόσταση ανάμεσα στο όραμα και την υλοποίησή του χωρίς να χάνει ποτέ την ελπίδα του, ότι ο πολιτισμός θα νικήσει στο τέλος τη βαρβαρότητα».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέθανε ο συγγραφέας Κάρλος Φουέντες

Ο Μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 83 ετών, ανακοίνωσε απόψε ο πρόεδρος του Μεξικού Φελίπε Καλδερόν μέσω του λογαριασμού του στο Twitter.

Ο Φουέντες ήταν από τους γνωστότερους συγγραφείς του Μεξικού και πολλά μυθιστορήματά και διηγήματά του, όπως Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους, η Αύρα και Ο γέρο Γκρίνγκο μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες σε όλο τον κόσμο.
"Λυπάμαι βαθύτατα για το θάνατο του Κάρλος Φουέντες, του Μεξικανού και παγκόσμιου συγγραφέα που θαυμάζαμε και εκτιμούσαμε.

Ας αναπαυθεί εν ειρήνη", ανέφερε ο Καλδερόν. Σύμφωνα με τα τοπικά μέσα ενημέρωσης ο Φουέντες, που είχε τιμηθεί με το βραβείο Θερβάντες το 1987, πέθανε λόγω καρδιολογικών προβλημάτων σε νοσοκομείο της μεξικανικής πρωτεύουσας.

Mήνυμα του Γιώργου Α. Παπανδρέου

Αθήνα, 14 Ιουνίου 2012

Γιώργος Α. Παπανδρέου
Γραφείο Γιώργου Α. Παπανδρέου Mήνυμα του Γιώργου Α. Παπανδρέου
 
“Αίσθημα απογοήτευσης επικρατεί σήμερα στον Έλληνα και την Ελληνίδα για την πολιτική ζωή στη χώρα μας. Δεν μιλώ για το ποιός κυβερνά ή το τι επαγγέλλεται, αλλά για το πρότυπο της εξουσίας που επικρατεί. …
Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και τελικά τα μέσα διαπαιδαγωγούν, διαμορφώνουν συνειδήσεις και καθορίζουν τον προορισμό μας που τελικά δεν μπορεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο του κυνηγητού της εξουσίας.
Όλα επιτρεπτά και νόμιμα, εφόσον υπηρετούν τον υπέρτατο σκοπό: της εξουσίας για την εξουσία. …
Όλα υποτάσσονται στις σκοπιμότητες της εξουσίας, της κάθε εξουσίας, που θέλει να διατηρήσει την καρέκλα. …
Όταν ο λαός χάνει την ελπίδα του η συντήρηση, το κατεστημένο, χαίρεται. Και τότε τι αντιπροσωπεύει ο βουλευτής; Γίνεται πιόνι ανάμεσα σε οικονομικά συμφέροντα. Βλέπει το δέντρο του ρουσφετιού και όχι το δάσος των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων.

” Φίλες και φίλοι,
Αυτά έγραφα το 1996, πριν από 16 χρόνια, στο μικρό βιβλίο που εκδόθηκε με την ονομασία “Το Δέντρο και το Δάσος”.
Τα ίδια υπογράμμιζα και το 2009. Δηλαδή την αδήριτη ανάγκη να εμβαθύνουμε την δημοκρατία, να σπάσουμε το πελατειακό κράτος, που είχε επί δεκαετίες διαβρώσει τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος και την κοινωνία μας συνολικά.
Να προτάξουμε το συλλογικό συμφέρον μπροστά από το ατομικό ή συντεχνιακό συμφέρον που κατακερμάτισε τις δυνάμεις του Ελληνισμού.
Πίστη μου, ότι έπρεπε να απελευθερωθούμε από τον κρατισμό, που επικράτησε και δημιούργησε μια παρασιτική οικονομία, τις μεγαλύτερες εξαρτήσεις και τελικά, μια ευάλωτη Ελλάδα.
Η πελατειακή διόγκωση του κράτους και της σπατάλης, βρήκε το απόγειό της στην προηγούμενη κυβέρνηση της ΝΔ. Καλύφτηκε έτσι η αδυναμία να διαμορφώσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο από τον υπέρμετρο δανεισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να διπλασιαστεί το χρέος της χώρας μέσα σε ελάχιστα χρόνια.
Ναι, η παρεξηγημένη ή και επίτηδες διαστρεβλωμένη ρήση μου “λεφτά υπάρχουν”, πάντα παρέπεμπε στην ανάγκη αξιοποίησης των υπαρχόντων πόρων με διάφανο και αποτελεσματικό τρόπο. Που να στηρίζει την ανάπτυξη και τις δουλειές.
Ποτέ δεν υποσχεθήκαμε λαγούς με πετραχήλια, όπως κάνουν άλλοι σήμερα, μετά μάλιστα και από μία διετία που έπρεπε να παραδειγματίσει όλους μας. Υποσχεθήκαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Κάτι που κάναμε για παράδειγμα, όταν μειώσαμε κατά 30% το κόστος των φαρμάκων, επιβάλλοντας την ηλεκτρονική συνταγογράφηση σε ασφαλιστικά ταμεία. Όταν τολμήσαμε να αναζητήσουμε και να βρούμε συντάξεις - αναπηρικές ή μη - μαϊμούδες. Στέλνοντας πολλούς υπαλλήλους και διευθυντικά στελέχη του ΙΚΑ στη Δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα τη φυλάκισή τους. Όταν πρωτοποριακά δημοσιοποιήσαμε όλες τις δαπάνες του κράτους στο διαδίκτυο.
Είπαμε, ότι θα φτιάξουμε ένα κράτος που σπάει τον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και της αδιαφάνειας. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, αυτό και μόνο να πετύχουμε, θα μας δώσει άλλες 8 μονάδες του ΑΕΠ έσοδα.
Δηλαδή, η Ελλάδα θα είχε απεξαρτηθεί από την ανάγκη εξωτερικής βοήθειας και παράλληλων συμφωνιών τύπου μνημονίου.
Αυτή είναι η αλήθεια.
Αυτή η προσπάθεια εάν είχε ξεκινήσει εδώ και χρόνια, αξιοποιώντας τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του 2004, θα είχε ήδη δώσει απτά αποτελέσματα και θα μας προστάτευε από την διεθνή κρίση. Θα μας θωράκιζε από τους άγριους ανέμους των διεθνών αγορών.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το 2009, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια. Το αντίθετο.
Εμείς, μέσα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες, κάναμε μία αρχή προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά είναι μόνο η αρχή. Το διακύβευμα παραμένει και είναι σαφές.
Αν είμαστε ή όχι αποφασισμένοι, συλλογικά ως έθνος, να φτιάξουμε κράτος. Κράτος ευνομίας και δικαίου.
Αν έχουμε την πολιτική και συλλογική δημοκρατική βούληση να φτιάξουμε ένα κράτος που δεν σπαταλά, που βοηθά την πρωτοβουλία του πολίτη, του επιχειρηματία, που σέβεται τον εθνικό πλούτο, από το περιβάλλον μέχρι τον πολιτισμό μας, όπως και τους κόπους του πολίτη.
Αν θέλουμε να μπει τέλος στην αιχμαλωσία του πολιτικού συστήματος από τα συμφέροντα.
Αν θέλουμε πράγματι να οικοδομήσουμε μια παραγωγική Ελλάδα, μια υγιή οικονομία, βασισμένη στα δικά μας -και μεγάλα- συγκριτικά πλεονεκτήματα, πατάσσοντας την πελατειακή εξάρτηση, την σπατάλη, τον παρασιτισμό, τη γραφειοκρατία, την αδιαφάνεια, την ανομία, τη διαφθορά.
Είναι ακριβώς όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα που πολεμούσα και πριν από το 2009 και για τα οποία ζήτησα την ψήφο των πολιτών προκειμένου να τα αλλάξουμε όλοι μαζί.
Κατέστησα σαφές στους εταίρους μας στην ΕΕ, ότι πρέπει να μας δώσουν χρόνο και την απαραίτητη προστασία από τις αγορές, γιατί πρώτα πρέπει να αλλάξουμε τη χώρα για να τιθασεύσουμε αποτελεσματικά το έλλειμμα.
Ήταν, όμως, ήδη αργά.
Δεν μας έδιναν τον απαραίτητο χρόνο, απέναντι στις ορέξεις των αγορών και των κερδοσκόπων. Μετά από αγώνα και με τον μηχανισμό στήριξης που κερδίσαμε, πήραμε λίγο χρόνο, αλλά το χρονικό διάστημα που είχαμε στη διάθεσή μας για να μειώσουμε το έλλειμμα, παρέμενε ασφυκτικό.
Σήμερα, που τόσοι μιλούν για την ανάγκη να χτυπήσουμε την φοροδιαφυγή, έρχονται απλώς στα λόγια μας, σε αυτά που υποστηρίζαμε από το 2009 απέναντι στον συντηρητικό συσχετισμό δυνάμεων στην ΕΕ.
Ήθελα μέσα σε μία τετραετία να αλλάξω συθέμελα την Ελλάδα, αλλά η ιστορία μου επιφύλαξε έναν άλλο ρόλο, να παλέψω ώστε η χώρα μας να αποφύγει τη χρεοκοπία. Και αυτή την ευθύνη την ανέλαβα με όποιο προσωπικό ή πολιτικό κόστος.
Κάθε μέρα που περνάει, από τις 18 Μαΐου του 2010, χωρίς να ζήσουμε την εθνική τραγωδία μιας χρεοκοπίας, είναι και ένα μικρό θαύμα. Γιατί στις 18 Μαΐου του 2010, εξαιτίας των εγκλημάτων του παρελθόντος, η χώρα ήταν καταδικασμένη να ζήσει μια απερίγραπτη οικονομική τραγωδία, μια χωρίς προηγούμενο τραγωδία. Δεν την έζησε. Δεν τη ζήσαμε. Και εύχομαι να μην τη ζήσουμε ποτέ.
Έκτοτε δίνουμε όλοι μια καθημερινή μάχη επιβίωσης, συλλογικά ως Έθνος, η κάθε Ελληνική οικογένεια, ο καθένας ατομικά.
Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν για να μην καταρρεύσουμε, για να εξασφαλίσουμε την αλληλεγγύη των εταίρων μας.
Αν και η μάχη αυτή κερδήθηκε, μπορεί εύκολα να έχουμε επικίνδυνα πισωγυρίσματα εφόσον δεν συνεχίσουμε την προσπάθεια, δεν διασφαλίσουμε την αναγκαία για το μέλλον της χώρας και των Ελλήνων πορεία.
Και αυτό, αφορά πρωτίστως την Κυβέρνηση της επόμενης μέρας.
Δεν είναι για κανέναν μας εύκολο σε μια τόσο δύσκολη στιγμή, την ώρα του πόνου και της δοκιμασίας, να δούμε με καθαρό τρόπο το συλλογικό μας συμφέρον.
Η εθνική πρόκληση όμως, είναι να αποτελέσει η κρίση ευκαιρία να κινητοποιήσουμε δημιουργικές δυνάμεις. Να δημιουργήσουμε μια διαφορετική Ελλάδα, έστω και εάν ο πόνος της γέννας είναι μεγάλος. Είναι όμως μικρότερος από την συλλογική ικανοποίηση της δημιουργίας.
Για τον λόγο αυτό, όπλα μας δεν μπορεί να είναι παρά η εθνική ενότητα, αλλά και η απόλυτη αυτογνωσία, ειλικρίνεια και νηφαλιότητα για το τι μας έφερε εδώ και το τι έχουμε μπροστά μας.
Και με μια προϋπόθεση: ότι την απάντηση θα την δώσουμε δημοκρατικά, αλλιώς δεν θα υπάρξει.
Η δική μου κυβέρνηση έδωσε τη μάχη σε τρία Μέτωπα.
Αυτά που θα αντιμετωπίσει και η νέα κυβέρνηση.
Το πρώτο μέτωπο, αφορά τις εξελίξεις στη διεθνή οικονομία.
Ήμουν αποφασισμένος να κάνω μια εκστρατεία - και το έκανα, από την Σοσιαλιστική Διεθνή μέχρι και την Wall Street - για αλλαγές σε μια σειρά σημαντικά ζητήματα:
Να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή, το αποτέλεσμα της οποίας έβρισκε εκτός των άλλων και φορολογικούς παραδείσους για να τοποθετηθεί, αφού πρώτα είχε κλαπεί από τους λαούς, στερώντας τους πόρους για ανάπτυξη και εμπέδωση του κοινωνικού κράτους. Σε κάθε Συμβούλιο Κορυφής έθετα το ζήτημα, ενώ είχαμε ξεκινήσει συνεργασία με άλλες χώρες, όπως η Ελβετία, για την φορολόγηση καταθέσεων που ξέφευγαν από τον έλεγχο των ελληνικών αρχών.
Να υπάρξει απόλυτη διαφάνεια στα λεγόμενα CDS , τα παράγωγα, μέσα από τα οποία πολλοί μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν σε βάρος χωρών, όπως της Ελλάδας.
Να υπάρξει δημοκρατικός έλεγχος των οίκων αξιολόγησης, που έχουν αποκτήσει τεράστια, ανεξέλεγκτη δύναμη.
Αλλά και να αναγνωριστούν οι προσπάθειες και οι θυσίες του Ελληνικού λαού που επιζητά να αναμορφωθεί η χώρα μας, σπάζοντας τα αρνητικά στερεότυπα για τη Ελλάδα και τους Έλληνες, που κυριαρχούσαν σε άλλες χώρες, σε άλλες κοινωνίες.
Αυτές οι μάχες παραμένουν επίκαιρες και πρέπει να δοθούν από την επόμενη κυβέρνηση.
Το δεύτερο μέτωπο ήταν και είναι οι αλλαγές στην ίδια την δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πολύ γρήγορα κατανοήσαμε ότι, όποια μέτρα και να έπαιρνε η Ελλάδα μόνη της, δεν θα ικανοποιούσαν τις αγορές. Και αυτό διότι έβλεπαν την Ελλάδα όχι ως μοναδικό φαινόμενο αλλά ως παράδειγμα για επερχόμενες κρίσεις σε άλλες χώρες.
Ζήτησα άμεσα να υπάρξει ο θεσμός του ευρωομόλογου. Ενός ευρωπαϊκού ταμείου, τράπεζας ή αρχής, απ’ όπου θα δανειζόταν η Ευρώπη συνολικά αντί να δανειζόμαστε χωριστά η κάθε χώρα. Κάτι τέτοιο θα μείωνε το επιτόκιο για κάθε χώρα και το ρίσκο για τον δανειστή. Τότε έμοιαζε ουτοπία. Σήμερα συζητείται σοβαρά.
Ζήτησα αντί της απόφασης για συμμετοχή των τραπεζών στην αντιμετώπιση του χρέους των χωρών τις οποίες δανείζουν, στην περίπτωση που αυτές χρεοκοπήσουν (απόφαση Deauville Μέρκελ/Σαρκοζύ), να καθιερωθεί ένας ένας φόρος επί των τραπεζικών συναλλαγών (φόρος Τόμπιν), που θα αποτελούσε ασφάλιστρο σε ένα ταμείο στήριξης, όπως αυτό που τώρα δημιουργήσαμε (EFSF και ESM). Τότε φαινόταν πρόταση ακραίου σοσιαλισμού, σήμερα έχει υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τεράστια πλειοψηφία, μετά από εισήγηση της ευρωβουλευτού του ΠΑΣΟΚ, Άννυς Ποδηματά και συζητείται σοβαρά πλέον στα εθνικά κοινοβούλια των χωρών μελών.
Στις προτάσεις αυτές προσθέτω την ανάγκη ισχυρότερης ενοποίησης της Ευρώπης.
Δεν νοείται κοινό νόμισμα χωρίς Τραπεζική Ένωση, που θα διαθέτει τρεις λειτουργίες: την εποπτεία της σωστής διαχείρισης των τραπεζών πανευρωπαϊκά, την εγγύηση για κάθε πολίτη – καταθέτη χώρας μέλους του Ευρώ και την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών που βρίσκονται σε δυσκολία (όχι από εθνικό αλλά από ευρωπαϊκό ταμείο).
Δημοσιονομική και οικονομική ένωση, που θα εγγυάται την σωστή εποπτεία των δημοσιονομικών κάθε χώρας -εάν υπήρχε δεν θα είχε φτάσει η Κυβέρνηση Καραμανλή το χρέος και το έλλειμμα εκεί που έφτασε- και την εναρμόνιση σε πανευρωπαϊκό πεδίο πολλών θεμάτων, μεταξύ των οποίων της φορολογίας, της συνταξιοδότησης, των εργασιακών σχέσεων.
Κοινωνική Ένωση, δηλαδή ανάληψη βασικών λειτουργιών κοινωνικής προστασίας από την ίδια την ΕΕ, ξεκινώντας από το μείζον πρόβλημα της ανεργίας.
Αυτή η νέα μεταφορά κυριαρχικών δικαιωμάτων στις Βρυξέλλες, αποτελεί και μια δημοκρατική πρόκληση. Προϋποθέτει την δημοκρατική εμβάθυνση της Ένωσης τώρα.
Ενδεικτικές προς την κατεύθυνση αυτή, είναι οι προτάσεις μας για τις οποίες έχουμε αγωνιστεί, όπως η εκλογή Προέδρου της Επιτροπής από τους πολίτες της ΕΕ, τα πανευρωπαϊκά δημοψηφίσματα, η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών από τους πολίτες, που ήδη προβλέπεται στην Συνθήκη της Λισαβώνας. Παράλληλα, θα πρέπει να διεκδικήσουμε και την κοινή άμυνα της Ευρώπης, θέμα το οποίο έχει θέσει η Ελλάδα εδώ και χρόνια.
Επειδή αυτές οι αλλαγές είναι κοσμογονικές και υπάρχουν πολλές αντιστάσεις -ιδιαίτερα ο εθνικισμός και ο ρατσισμός που εξαπλώνονται στην Ευρώπη αποτελούν βασικό εμπόδιο για την προώθησή τους- αυτό που θα διευκολύνει μια πιο ήπια αλλαγή, θα είναι η Ευρώπη να αγκαλιάσει ένα μεγάλο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αξιοποιώντας τα λεγόμενα project Eurobonds (ευρωομόλογα για μεγάλα έργα) και με την βοήθεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων να επενδύσει στην Ευρώπη του αύριο δημιουργώντας δουλειές και ανταγωνιστική οικονομία.
Η στόχευση πρέπει να είναι οι μεγάλοι συγκοινωνιακοί άξονες, τα δίκτυα πράσινης ενέργειας, τα ευρυζωνικά δίκτυα πληροφορικής καθώς και η επένδυση στην πράσινη οικονομία μέσα από την καινοτομία και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού. Έτσι θα μπορούμε να ανταγωνιστούμε με όρους ποιότητας και όχι ανισότητας τις αναδυόμενες και δυναμικές οικονομίες του κόσμου.
Παρότι όλα αυτά φαίνονται μακρινά, το ΕΥΡΩ ως αρχιτεκτονική ή θα συμβάλλει στην περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης ή θα γίνει η αφορμή της διάλυσης της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αυτά τα διλλήματα οι σοσιαλιστικές και προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, έχουν ήδη αποδειχθεί πολύ πιο τολμηρές και ριζοσπαστικές.
Για αυτό και η δικιά μας ελληνική σοσιαλιστική φωνή είναι αυτές τις ώρες κρίσιμη.
Χρειάστηκε να παλέψουμε σε όλα τα μέτωπα, απέναντι σε έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, απέναντι σε ένα μέτωπο συντηρητικών κυβερνήσεων για τις οποίες η αξία της αλληλεγγύης δεν έχει την ίδια θέση που έχει για τις σοσιαλδημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις.
Βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την καχυποψία, συχνά τη διάθεση τιμωρίας και όχι συμπαράστασης, με συμπεριφορές απαξιωτικές έως και ρατσιστικές, με διαθέσεις επιθετικές που είχαν ως αφετηρία την αναξιοπιστία της χώρας μας.
Παρά τη χωρίς προηγούμενο στήριξη που τελικά πετύχαμε, αν ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη ήταν διαφορετικός, αν οι εταίροι μας είχαν εξαρχής καταλάβει ότι η κρίση αποτελούσε αμφισβήτηση του ίδιου του Ευρώ και όχι απλώς μια κρίση περιχαρακωμένη στα εθνικά σύνορα της Ελλάδας, αν είχαν αποδεχτεί τις προστάσεις μας (όπως την έκδοση Ευρωομολόγων, τον φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, τον φόρο στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα), θα μπορούσε η αντιμετώπιση του προβλήματος να είναι πιο άμεση, πιο γρήγορη, πιο αποτελεσματική και κυρίως κοινωνικά λιγότερo επώδυνη. Αλλά στο δύσκολο αυτό τοπίο, πετύχαμε το μείζον, να αποφύγουμε τη χρεοκοπία, να μείνουμε όρθιοι, έστω λαβωμένοι.
Γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι ο πολίτης που ζει μια μεγάλη καθημερινή δοκιμασία να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της τραγωδίας που αποφεύχθηκε, το πόσο χειρότερα θα ήταν τα πράγματα για τον ίδιο αν δεν είχαμε πετύχει αυτού του μεγέθους διεθνή στήριξη.
Και είναι λογικό να υπάρχει σύγχυση, ειδικά από τη στιγμή που πολιτικές δυνάμεις δημαγωγούν συστηματικά, προσπαθώντας να πείσουν ότι αυτά που ζούμε τώρα είναι τα ίδια ή και χειρότερα από μια πραγματική χρεοκοπία της χώρας. Τεράστιο και ασυγχώρητο ψεύδος.
Ναι, είναι αλήθεια ότι τα χωρίς παγκόσμιο προηγούμενο πακέτα διάσωσης για τη χώρα μας, τα δάνεια ύψους 240 δις ευρώ και η διαγραφή πάνω από 100 δις ευρώ από το χρέος μας, δεν κάνουν ξαφνικά την καθημερινότητα του Έλληνα εύκολη. Αλλά η αλήθεια είναι επίσης ότι χωρίς αυτά, η καθημερινή ζωή της μέσης οικογένειας θα ήταν τρισχειρότερη, πραγματικός όλεθρος. Αν σήμερα υποφέρουμε από την πρωτοφανή αύξηση της ύφεσης και της ανεργίας, χωρίς τα δανεικά που εξασφαλίσαμε, η ύφεση και η ανεργία θα ήταν ασύγκριτα χειρότερες και βίαιες. Όποιος αποκρύπτει αυτή την αλήθεια προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες στη χώρα.
Όχι, το μνημόνιο δεν ήταν και δεν είναι πανάκεια.
Ήταν μια σωτήρια λύση ανάγκης ένα βήμα πριν το γκρεμό.
Το μνημόνιο είναι οι δεσμεύσεις της χώρας έναντι των εταίρων μας για τη χρηματοδότηση που μας παρέχουν.
Είναι οι πολλές αλλαγές που είτε θα έπρεπε ούτως ή άλλως να έχουμε ήδη κάνει μόνοι μας γιατί αυτό είναι το συμφέρον μας, είτε επώδυνες αλλαγές που πρέπει να αναγκαστικά να κάνουμε γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Είναι και η δέσμευσή μας να καταβάλλουμε μια πολύ δύσκολη προσπάθεια να μειώσουμε σταδιακά το πρωτογενές έλλειμμα της χώρας από τα 24 δισ. ευρώ που άφησε πίσω της η ΝΔ το 2009.
Με τη συμφωνία των εταίρων, να μας δανείζουν εκείνοι για το έλλειμμά μας μέχρι να καταφέρουμε να το μηδενίσουμε.
Γιατί η μόνη εναλλακτική επιλογή, δηλαδή χωρίς μνημόνιο και τις δανειακές συμβάσεις που πετύχαμε, θα ήταν πολύ απλά να μηδενίσουμε το έλλειμμα από τη μία στιγμή στην άλλη. Να κοπούν και τα 24 δισ. του πρωτογενούς ελλείμματος με τη μία.
Με αποτέλεσμα, την απόλυτη κοινωνική καταστροφή που θα επακολουθούσε, πολλαπλάσια ύφεση και ανεργία.
Θα μπορούσε το μνημόνιο να είναι καλύτερο; Ασφαλώς.
Αν υπήρχε άλλος συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη.
Και αν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας συνέδραμαν σε πνεύμα εθνικής συνεργασίας για να πετύχουμε ένα καλύτερο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα αλλά και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που η Βουλή ψήφισε για το καλό της χώρας, αντί να πετροβολούν εκ του ασφαλούς και από την εξέδρα των θεατών αυτούς που προσπαθούσαν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.
Εξάλλου, η Ευρώπη είναι ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Τα βήματα γίνονται. Αλλά κτίζονται με κόπο, αξιοπιστία και συνέπεια.
Και όπως έδειξε και η δική μας περίπτωση, συνεχείς ήταν οι αλλαγές στην αρχική συμφωνία μετά το Μάιο του 2010.
Την άνοιξη του 2011 πετύχαμε την επιμήκυνση και την μείωση του επιτοκίου του αρχικού δανείου.
Τον Ιούλιο του 2011, πετύχαμε την πρώτη συμφωνία για οργανωμένη και συναινετική μείωση του χρέους της χώρας.
Τον Οκτώβριο πετύχαμε σχεδόν το διπλασιασμό του ύψους της βοήθειας, ακόμα καλύτερους όρους και επιτόκια καθώς και τη διαγραφή ενός πολύ μεγάλου μέρους του χρέους μας.
Ιστορικές αποφάσεις για το τρίτο μέτωπο της μάχης, που αφορά την ίδια την Ελλάδα.
Με την υλοποίηση των αποφάσεων αυτών, ο δρόμος μας δεν έγινε ρόδινος, αλλά η πορεία μας προς την έξοδο από την κρίση έγινε πιο ασφαλής, πιο σίγουρη. Χρειάζεται ακόμα μεγάλη, δύσκολη προσπάθεια. Επειδή οι εξελίξεις στην Ευρώπη και την διεθνή οικονομία δεν είναι καθόλου προκαθορισμένες.
Για αυτό η πρώτη και μεγάλη μας μάχη είναι αυτή για την Ελλάδα. Με ενότητα, με παρησία, με αίσθημα ευθύνης και ειλικρίνειας. Χρειάζεται τόλμη και μεγάλες αλλαγές για να απαλλαγούμε από τα φαινόμενα που μας έκαναν να είμαστε ο ασθενής κρίκος της αλυσίδας του Ευρώ.
Να σταθούμε στις δικές μας δυνάμεις. Με μεγαλύτερη αυτοδυναμία. Χωρίς εξαρτήσεις.
Αυτός είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για να προστατέψουμε τα κεκτημένα της προόδου μας τις προηγούμενες δεκαετίες, τη συμμετοχή μας στην κοινότητα των προηγμένων χωρών, τη συμμετοχή μας στην κοινότητα ενός από τα πιο ισχυρά νομίσματα του κόσμου.
Αυτό είναι το μέγεθος της εθνικής πρόκλησης που αντιμετωπίζουμε από την πρώτη στιγμή. Αξιοποιώντας την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητα του λόγου μας έναντι των εταίρων μας, για να βελτιώνουμε βήμα-βήμα και με διαπραγμάτευση τις αρχικές συμφωνίες, ακριβώς όπως κάναμε μέχρι τώρα.
Αυτός δεν μπορεί παρά να είναι και ο στόχος της κυβέρνησης που πρέπει να προκύψει από τις επόμενες εκλογές: μια κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας, μια κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης, για τη συνέχιση πρωτίστως της προσπάθειας για τις μεγάλες αλλαγές που αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος, με παράλληλη προσπάθεια να βελτιωθούν για άλλη μια φορά οι όροι της συμφωνίας με τους εταίρους μας μέσα από διάλογο, αξιοποιώντας και τη μερική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη, μετά και την εκλογή Ολάντ - χωρίς να περιμένουμε σωτήρες ή θαύματα.
Αυτή είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ.
Είναι η μόνη πατριωτική, προοδευτική, ρεαλιστική, αλλά ταυτόχρονα και τολμηρή πρόταση.
Δυστυχώς όμως, από την έναρξη της εκδήλωσης αυτής της κρίσης, οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας απέτυχαν να σταθούν στο ύψος αυτής της μοναδικής ιστορικής πρόκλησης αλλά και εθνικής ευθύνης που αναλογεί σε μια τέτοια πρωτοφανή περίσταση.
Το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε τις δικές του ευθύνες, αλλά και τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος συνολικά, αναγνωρίζοντας έμπρακτα και όχι στα λόγια, τα λάθη του παρελθόντος.
Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, σχεδόν στο σύνολό τους, συνέχισαν να πολιτεύονται με όλες τις παθογένειες που μας έφεραν στην κρίση και πληρώσαμε πανάκριβα.
Είναι η ώρα να κοιτάξουμε μπροστά, αλλά οι ευθύνες και των άλλων πολιτικών δυνάμεων κρίνονται στις εκλογές αυτές.
Οι ευθύνες του κ. Σαμαρά είναι τεράστιες, ιστορικών διαστάσεων.
Αρνήθηκε και αρνείται μέχρι και σήμερα την αναγνώριση και ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης αναλογεί στη ΝΔ, για το ότι φτάσαμε στην κρίση.
Ετέθη ο ίδιος επικεφαλής του λεγόμενου «αντιμνημονιακού μετώπου», μιας ετερόκλητης και καιροσκοπικής συμμαχίας πολιτικών δυνάμεων που προσπάθησαν να πείσουν ότι το μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι η κρίση το μνημόνιο.
Λειτούργησε σε μια άτυπη συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ και με σχεδόν πλήρη ταύτιση απόψεων και επιχειρηματολογίας στα περισσότερα θέματα, εκτρέφοντας το τέρας του διχασμού, της συνωμοσιολογίας και της δημαγωγίας, που τελικά έπληξε καίρια τον ίδιο και την παράταξή του, όταν η ιστορία τον υποχρέωσε εξ ανάγκης στα τέλη του 2011 να κάνει στροφή 180 μοιρών και να στηρίξει τα όσα κατήγγειλε μέχρι τότε. Αυτό ήταν το τίμημα της δημαγωγίας του.
Εξάλλου, ο κ. Σαμαράς ευθύνεται και για τη διενέργεια των εκλογών αυτή την τελείως άκαιρη χρονική στιγμή, με σχεδόν μηδενική ρευστότητα στην οικονομία και με ένα τραπεζικό σύστημα μετέωρο πριν καν ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίησή του, πριν καν εισπράξουμε τη δόση που θα επέτρεπε στο κράτος να αποπληρώσει τις υπέρογκες συσσωρευμένες υποχρεώσεις του, δίνοντας το φιλί της ζωής σε χιλιάδες επιχειρήσεις που παραπαίουν.
Τα φαινόμενα που ζούμε τώρα, όπως η τραγική έλλειψη φαρμάκων και η ενεργειακή κρίση, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της βιασύνης και απρονοησίας να κάνουμε εκλογές χωρίς να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της οικονομίας μας. Είναι φαινόμενα ενδεικτικά και των μεγάλων κινδύνων που ελλοχεύουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί παρά άλλη μια καμουφλαρισμένη εκδοχή των νοσηρών φαινομένων καιροσκοπισμού και δημαγωγίας που ζήσαμε κατά κόρον τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά θέλει τα λεφτά του μνημονίου, γιατί γνωρίζει ότι χωρίς αυτά η χώρα μας κινδυνεύει.
Δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά θέλει τη μείωση του χρέους του μνημονίου -και μάλιστα μεγαλύτερη.
Διατείνεται ότι μπορούμε να «εκβιάσουμε» τους εταίρους μας διότι είμαστε πια κοντά σε πρωτογενές πλεόνασμα και δεν έχουμε πια τόσο μεγάλη ανάγκη τα χρήματά τους.
Μόνο που είμαστε πια κοντά σε πρωτογενές πλεόνασμα χάρη στην πολιτική που ασκήθηκε μέχρι τώρα την οποία καταγγέλει και θέλει να ακυρώσει.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου σοβαρό. Είναι άραγε φορέας αλλαγής μια δύναμη που εναντιώθηκε και εναντιώνεται σε κάθε προσπάθεια διαρθρωτικής αλλαγής, μεταρρύθμισης του κράτους, των θεσμών και της οικονομίας προκειμένου να γίνουμε κοινωνία ευνομίας και να αποκτήσουμε αυτοδύναμη παραγωγική οικονομία; Παντού ακραία άρνηση -ακόμα και με την υπόθαλψη βίαιων συμπεριφορών- και λυσσαλέα υπεράσπιση της στασιμότητας και της υφιστάμενης κατάστασης.
Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι πράξη καταδίκης των στρεβλών φαινομένων που χαρακτήρισαν την μεταπολιτευτική περίοδο. Το αντίθετο.
Μόνο τα πρόσωπα αλλάζουν, οι αντιλήψεις είναι κατά βάθος οι ίδιες.
Κατανοώ πλήρως τον πόνο αλλά και την οργή των πολιτών. Είναι απόλυτα φυσιολογικό να νιώθουν θυμό οι πολίτες που πλήρωναν κανονικά του φόρους τους, που σεβόντουσαν τους νόμους και τους κανόνες, που δεν συμμετείχαν στις αδιαφανείς συναλλαγές των διαφόρων συντεχνιών με το κράτος.
Θα ήθελα να είχαμε το χρόνο που χρειάζεται, και χρειάζεται τουλάχιστον μία τετραετία, για να διορθώσουμε αυτά που εξοργίζουν τους νομοταγείς πολίτες εδώ και δεκαετίες με βαθύτατες αλλαγές που ξεκινήσαμε. Δεν τον είχαμε.
Την ίδια ώρα έπρεπε να αποφασίσουμε άμεσα πώς θα αποφύγουμε την κατάρρευση της χώρας.
Αδικήσαμε πολύ κόσμο, αλλά την αποφύγαμε. Αναγκαστήκαμε να δώσουμε μάχες με πυρομαχικά που είχαμε και αντλούσαμε από ένα σύστημα άδικο. Αλλά αποφύγαμε την κατάρρευση. Και τώρα μπορούμε να συνεχίσουμε τις αλλαγές και να κατακτήσουμε μια κοινωνία δικαιοσύνης και προστασίας του αδυνάμου. Να αντιμετωπίσουμε τις αδικίες.
Αν είχαμε καταρρεύσει, δεν θα μπορούσαμε να διορθώσουμε τίποτα. Αν καταρρεύσουμε δεν θα μπορέσουμε να διορθώσουμε τίποτα.
Είναι φυσιολογικό και υγιές σήμερα οι νομοταγείς πολίτες να θέλουν να καταδικάσουν τα στρεβλά φαινόμενα της Μεταπολίτευσης, να έχουν διάθεση τιμωρίας.
Αλλά θέλω να τους πω με κάθε ειλικρίνεια ότι, πρέπει να σταθμίσουν με μεγάλη προσοχή τις επιλογές τους αν θέλουν αυτό που θα ψηφίσουν να αποτελεί πραγματική καταδίκη του στρεβλών φαινομένων του παρελθόντος και όχι μια κατ’ επίφαση καταδίκη που πίσω της κρύβει την προσπάθεια διαιώνισης των παθογενειών αυτών.
Γιατί τότε, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να νομίζουν καλοπροαίρετα ότι τιμωρούν κάποιους και στην πραγματικότητα να τιμωρούν τον ίδιο τους τον εαυτό, την προοπτική της χώρας και των παιδιών τους.
Ναι, παρά τα συναισθήματα των στιγμών αυτών, η αλήθεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ –η παράταξη που όσο καμία άλλη έφερε πρόοδο και μεγάλες αλλαγές στη χώρα αλλά και που βαρύνεται και αυτή με τα λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος- είναι η πολιτική δύναμη που όσο καμία άλλη εγγυάται την υπέρβαση των σφαλμάτων που κάναμε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Το ΠΑΣΟΚ έδειξε έμπρακτα ότι αντιλαμβάνεται τα λάθη που έκανε το ίδιο και κάναμε ως χώρα και παλεύει σήμερα για τις μεγάλες αλλαγές.
Το ΠΑΣΟΚ σπάζοντας την παράδοση ανευθυνότητας του πολιτικού συστήματος, δεν δίστασε να αναλάβει τις πατριωτικές ευθύνες του σε μια δύσκολη στιγμή για τη χώρα, βάζοντας το εθνικό συμφέρον πάνω από το μικροκομματικό και το ατομικό συμφέρον των στελεχών του.
Το ΠΑΣΟΚ έδειξε ότι είναι δύναμη ευθύνης και αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής του ίδιου του εαυτού του.
Το ΠΑΣΟΚ είναι η μόνη δύναμη που προτείνει μια φιλόδοξη και ρεαλιστική πολιτική ατζέντα στις εκλογές αυτές, με την αξιοποίηση των συμμαχιών που μπορεί καλύτερα από κάθε άλλη δύναμη να ενεργοποιήσει σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Το ΠΑΣΟΚ είναι η δύναμη της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Κεντροαριστεράς στη χώρα μας, δηλαδή ό,τι καλύτερο διαθέτει η Ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση και έχει συμβάλλει στην πρόοδο, στα δικαιώματα, στην αρμονική συνύπαρξη και στην ευημερία των λαών της Ευρώπης.
Και για το λόγο αυτό, όσα προβλήματα και αν αντιμετωπίζει σήμερα η παράταξή μας, καθώς ανέλαβε δυσανάλογο βάρος σε μια δραματική στιγμή για τη χώρα, κόντρα στη δημαγωγική στάση των άλλων δυνάμεων, είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει ζωντανή και θα αναγεννηθεί. Θα κάνουμε όλοι το παν για αυτό.
Φίλες και φίλοι,
Η έξοδος από την κρίση και η αλλαγή της χώρας είναι πλέον δύο έννοιες αλληλένδετες. Η χώρα μας δεν πρόκειται να βγει οριστικά και αμετάκλητα από την κρίση, αν δεν αλλάξει ριζικά.
Το δίλημμα με το οποίο εξακολουθούμε να βρισκόμαστε όλοι οι Έλληνες αντιμέτωποι, είναι αν θα συνεχίσουμε στο δύσκολο δρόμο της αλλαγής, που ξεκινήσαμε πριν 2,5 περίπου χρόνια ή αν θα εγκαταλείψουμε τη χώρα στην καταστροφή.
Θα ακολουθήσουμε πολιτικές προόδου ή πολιτικές οπισθοδρόμησης; Πολιτικές που μας οδήγησαν στην κρίση μέχρι το 2009 ή πολιτικές που μας βγάζουν από την κρίση και ξεκινήσαμε την τελευταία διετία;
Η δική μας απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη: Πρέπει να συνεχίσουμε για τη μεγάλη ανατροπή, την απαλλαγή από τα κακώς κείμενα που μας οδήγησαν μέχρι εδώ, την πραγματική αλλαγή.
Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τη ρίζα των προβλημάτων και όχι μόνο τα συμπτώματα.
Και μπορούμε πολύ καλύτερα να τα αντιμετωπίσουμε αξιοποιώντας το πλαίσιο του μνημονίου και του Ευρώ παρά χωρίς την βοήθεια ή την προστασία του Ευρώ.
Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας, η αριστεροδεξιά συντήρηση, δεν θέλει να καταλάβει όσα έγιναν, δεν θέλει ή και δεν αντιλαμβάνεται καν τι πρέπει να αλλάξει στη χώρα.
Ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι δεν γίνεται να υπάρξει επιστροφή στο κρατικοδίαιτο μοντέλο ανάπτυξης και στο πελατειακό κράτος. Κάτι τέτοιο θα μας κρατούσε εξαρτημένους για πάντα.
Οσοι αυτό οραματίζονται, επιδιώκουν τη διατήρηση του παρασιτισμού για το δικό τους συμφέρον, ενάντια στο δημόσιο συμφέρον και πρέπει να πάρουν ηχηρή απάντηση.
Δυστυχώς για τις προοδευτικές φωνές στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, οι επικεφαλής των κομμάτων τους είναι οι δύο όψεις του ίδιου, συντηρητικού, νομίσματος. Θεωρούν ότι το πρόβλημα της χώρας δεν ήταν η κατάντια του 2009 αλλά το Μνημόνιο του 2010.
Η αλήθεια είναι μία: Όσο ευνοϊκό κι αν γίνει το ευρωπαϊκό περιβάλλον με το σπάσιμο της συντηρητικής επικυριαρχίας, όσες βελτιώσεις κι αν πετύχουμε με σκληρή διαπραγμάτευση στη διανειακή σύμβαση, τίποτα δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από το εθνικό μας καθήκον να αλλάξουμε ριζικά την πατρίδα μας.
Σε αντίθεση με την αριστεροδεξιά συντήρηση, η προοδευτική παράταξη, εκφράζει όλους εκείνους που έχουν αντιληφθεί ότι μπορεί η Ελλάδα να κρατήθηκε όρθια, αλλά ο κίνδυνος δεν θα περάσει αν δεν αλλάξουμε ριζικά την Ελλάδα.
Η προοδευτική παράταξη παραμένει ο εκφραστής ενός κοινωνικού μετώπου αλλαγής. Βρίσκεται σε σύγκρουση με κάθε αντίληψη και πρακτική που κρατάει την Ελλάδα πίσω.
Γιατί γνωρίζουμε ότι κανένα θετικό αποτέλεσμα δεν θα έχει μόνιμο χαρακτήρα χωρίς τολμηρές θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Χωρίς αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Ναι, η μάχη της προόδου με την συντήρηση στη χώρα μας πρόκειται να κορυφωθεί.
Ανεξάρτητα από το πώς θα μπορέσουμε να επιφέρουμε βελτιώσεις στο περιεχόμενο του Μνημονίου, πιστεύω ακράδαντα ότι η πορεία της χώρας προς την αναγέννηση ή την καταστροφή, θα κριθεί από τη σύγκρουση των δυνάμεων της προόδου και των κατεστημένων δυνάμεων της συντήρησης.
Φίλες και φίλοι,
Τίποτα δεν στερεί τη θέληση και τη λογική από το μυαλό του ανθρώπου, όσο ο φόβος. Γιατί ο φόβος που γεννά την ανασφάλεια, φέρνει την απογοήτευση, φέρνει την παραίτηση και, τελικά, την απάθεια της κοινωνίας και την οριστική, συλλογική κατάρρευση.
Επί δύο χρόνια, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πολιτεύτηκε απέναντι σε μυριάδες κήρυκες της καταστροφής, της ήττας και της παραίτησης. Εκείνους που έλεγαν μέσα και έξω από τη χώρα, ότι δεν υπάρχει ελπίδα.
Ελπίδα υπάρχει και είναι οι δυνατότητες αυτού του τόπου. Πρέπει να σπάσουμε την κατήφεια πιστεύοντας στις δικές μας δυνάμεις και όχι σε νέους σωτήρες.
Να πιστέψουμε στον δικό μας πλούτο που είναι οι άνθρωποι του τόπου μας, είναι ο φυσικός του πλούτος, η ιστορική κληρονομιά αιώνων που αποτυπώνεται σε κάθε σπιθαμή ελληνικής γης.
Όπως διαψεύσαμε, κάθε μέρα επί δύο χρόνια, όλους εκείνους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που καταστροφολογούσαν εις βάρος της πατρίδας μας, έτσι μπορούμε να οικοδομήσουμε και την νέα Ελλάδα της Δημιουργίας, βάζοντας οριστικά ταφόπλακα στην κρίση.
Το ΠΑΣΟΚ, η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, μπορεί να εγγυηθεί αυτήν την πορεία.
Καλό μας αγώνα

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Δεσμεύση Ολάντ για την Ελλάδα


Τη δέσμευσή του ότι θα στηρίξει την Ελλάδα εφόσον στις εκλογές αποφασίσουν οι πολίτες την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη αλλά και μηνύματα προς το Βερολίνο περιείχε η πρώτη συνέντευξη σε ξένο μέσο του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ στην Ολγα Τρεμη για το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του MEGA.
Θέλω να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, αλλά οι Ελληνες πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνηςΤρία εικοσιτετράωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες στην Ελλάδα, ο Γάλλος πρόεδρος επέλεξε με διακριτικό αλλά απόλυτα σαφή τρόπο να διαμηνύσει ότι μπορεί να υπάρξει προοπτική στη δύσκολη διαδρομή την οποία διανύει η χώρα μας, αλλά και να προειδοποιήσει ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες που θα επιλέξουν τον τερματισμό της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζωνη, εάν στις 17 Ιουνίου οι Ελληνες αποφασίσουν την εγκατάλειψη των δεσμεύσεων…
Ο κ. Ολάντ από την πρώτη στιγμή της συνέντευξης υπενθύμισε ότι ο ίδιος αμέσως μετά την εκλογή του επέβαλε στη συζήτηση την «ανάπτυξη» και ότι στη Σύνοδο Κορυφής στις 28 Ιουνίου θα ληφθούν μέτρα για την Ανάπτυξη αλλά για να επωφεληθεί και η Ελλάδα εάν «επιλέξει να παραμείνει στην Ευρωζώνη και να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της».
Διευκρίνισε μάλιστα ότι η τήρηση των δεσμεύσεων δεν σημαίνει υποχρεωτικά «παραμονή στην ίδια κατάσταση» κάνοντας ειδική αναφορά στην αλλαγή μείγματος με την αξιοποίηση των αδιάθετων ευρωπαϊκών διαρθρωτικών κονδυλίων για την ανάπτυξη της Ελλάδας.
Θέλω να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, αλλά οι Ελληνες πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνης
Πολλές φορές στη διάρκεια της συνέντευξης ο κ. Ολάντ επανέλαβε ότι δεν επιθυμεί ούτε είναι στις προθέσεις του να επηρεάσει τους Ελληνες ψηφοφόρους, αλλά, όπως είπε, «η πλήρης ακύρωση του μνημονίου θα θεωρηθεί από πολλές χώρες της Ευρωζώνης ως ρήξη».
Η αλήθεια
Ο κ. Ολάντ μάλιστα έκανε λόγο για το «καθήκον του ως φίλος της Ελλάδας» να προειδοποιήσει για τις διαθέσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, εάν ο ελληνικός λαός αποφασίσει να απομακρυνθεί από τις δεσμεύσεις του: «Εάν έχει δοθεί η εντύπωση ότι οι Ελληνες θέλουν να απομακρυνθούν από τις συμφωνηθείσες δεσμεύσεις και να εγκαταλείψουν κάθε προοπτική ανάκαμψης, τότε θα υπάρξουν χώρες εντός της Ευρωζώνης που θα προτιμήσουν να τερματίσουν την παρουσία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Προτιμώ λοιπόν να το πω διότι αυτή είναι η γλώσσα της αλήθειας. Εγώ δεν στηρίζω αυτή την τοποθέτηση. Θέλω να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη, αλλά οι Ελληνες πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνης», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Ολάντ.
Συγχρόνως με αυτές όμως τις φιλικές προειδοποιήσεις, ο Γάλλος πρόεδρος επανέλαβε και πάλι ότι ο ίδιος θα «μεριμνήσει να έρθουν κονδύλια στην Ελλάδα για την ανάπτυξη, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση στη χώρα.
Στην αφετηρία ενός πραγματικά κρίσιμου εικοσαημέρου για την Ε.Ε., ο κ. Ολάντ δεσμεύεται ότι θα προσπαθήσει ώστε να υπάρξει συμβιβασμός μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων για τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού πλαισίου που παράλληλα με τη δημοσιονομική πειθαρχία θα προβλέπει μέτρα για την «ανάπτυξη, την εποπτεία των τραπεζών, του φόρου των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και των ευρωομολόγων».
Αποτυπώνοντας πάντως το πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να κινηθεί η Ευρώπη για την αντιμετώπιση της κρίσης, ο κ. Ολάντ επισημαίνει ότι και η ίδια η Γαλλία πρέπει να κινηθεί για την εξασφάλιση ισορροπίας στα δημοσιονομικά, ώστε να αντιμετωπίσει το μεγάλο χρέος της, αλλά πρέπει να υπάρξουν και «αναπτυξιακές επιλογές».
«Αν δεν υπάρχει ανάπτυξη, και η Ελλάδα είναι η απόδειξη, δεν μπορεί να υπάρξει μείωση δημοσιονομικού ελλείμματος. Επομένως, πρέπει να είμαστε σοβαροί, πειθαρχημένοι αλλά, ταυτοχρόνως χρειαζόμαστε αυξημένη οικονομική δραστηριότητα για περισσότερα φορολογικά έσοδα τα οποία θα βελτιώσουν τα δημόσια ταμεία κάθε χώρας», δήλωσε ο Γάλλος πρόεδρος στέλνοντας και αυτός το μήνυμα ότι δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί το σκέλος της δημοσιονομικής προσαρμογής, θέτοντας έτσι και το πλαίσιο μιας ενδεχόμενης επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του Μνημονίου.
Μαζί μπορούμε
Να έχετε εμπιστοσύνη σε έναν φίλο της Ελλάδας
Από τη συνέντευξη αυτή δεν έλειψε και το προσωπικό στοιχείο, καθώς ο Γάλλος πρόεδρος, επισημαίνοντας για ακόμη μια φορά ότι είναι «φίλος της Ελλάδας», ζήτησε από τον ελληνικό λαό να του «έχει εμπιστοσύνη»:
«Δεν έχω καμία θέση να επιβάλω στους Ελληνες τι πρέπει να κάνουν. Δεν μπορώ να πω κάτι που θα τους επηρεάσει. Διότι δεν αντιλαμβάνομαι έτσι τη σχέση μου με την Ελλάδα, η οποία είναι σπουδαία και περήφανη χώρα. Και περιμένει να την κυβερνήσουν μόνον οι Ελληνες. Συνεπώς, αυτό που τους ζητώ είναι να έχουν εμπιστοσύνη σε αυτά που μπορούμε να κάνουμε μαζί και να είναι ειλικρινείς. Δηλαδή, να επιλέξουν αυτό που τους φαίνεται καλύτερο. Κι αν θέλουν να μείνουν στην Ευρωζώνη, να ξέρουν ότι η Ευρώπη θα τους στηρίξει»…

ΝΙΚΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Πείτε και κάτι αριστερό, κ. Τσίπρα

Ο κρατισμός είναι η βασική αιτία της χρεοκοπίας

H διακαναλική συνέντευξη του κ. Τσίπρα προσπάθησε να απαλύνει λίγο το κλίμα αλαζονείας και άγνοιας της πραγματικότητας που ανέδιδαν οι προτάσεις του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν άλλαξε την ουσία τους. Ετσι σε αυτή τη συνέντευξη ο κ. Τσίπρας θύμισε λίγο Καμμένο, όταν υποσχέθηκε να καλύψει μέσω μελλοντικών εσόδων από τους υδρογονάνθρακες και τον ορυκτό πλούτο της χώρας τα ασφαλιστικά ελλείμματα, και λίγο από τους πολιτικούς του 19ου αιώνα, όταν είπε πως ναι μεν έχει σχέδιο, αλλά δεν μπορεί να το παρουσιάσει γιατί δεν μπορεί εν μέσω διαπραγμάτευσης να γνωρίζει ο «αντίπαλος» όλες τις κινήσεις και τα σχέδια από πριν.
Αυτή ακριβώς η αναφορά δεν αποκαλύπτει όμως μόνο έναν πολιτικό παλαιότατης κοπής, αλλά και είναι δείγμα μιας πολύ επικίνδυνης αντίληψης για το τι σημαίνουν διαπραγματεύσεις εντός της ευρωζώνης. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ήταν παλαιότερα για την ελληνική ανανεωτική Αριστερά, ένας χώρος στον οποίο συμπυκνώνονται αντιθέσεις και διαφορετικές θέσεις, αλλά οι οποίες οδηγούν σε έναν κοινό σκοπό. Οι εταίροι στην ΕΕ είναι αντίπαλοι, στους οποίους δεν πρέπει να αποκαλύπτουμε τις θέσεις μας. Αυτά από τον «φιλοευρωπαϊκό» ΣΥΡΙΖΑ. Μήπως δηλαδή το αντιευρωπαϊκό ΚΚΕ λέει κάτι το διαφορετικό;
Η ένστασή μου όμως δεν εστιάζει στο κατά πόσον είναι ακραίος ή μετριοπαθής, ή και ακόμη και στο αν υπάρχουν χρήματα να κάνει όσα υπόσχεται κάθε φορά ο κ. Τσίπρας, αλλά στο πόσο αριστερά είναι αυτά που αναφέρονται, κυρίως στο οικονομικό πρόγραμμα του κόμματός του. Τι μας λέει εκεί; Μας προτείνει, ως αριστερές προτάσεις, τη φορολόγηση των πλουσίων στην υπάρχουσα παραγωγική βάση, τη ρύθμιση των χρεών προς στις τράπεζες, την εθνικοποίηση και κοινωνικοποίηση των τραπεζών, το πάγωμα των ιδιωτικοποιήσεων και τη σταδιακή επαναφορά υπό δημόσιο έλεγχο των επιχειρήσεων που είτε βρίσκονται σε πορεία ιδιωτικοποίησης είτε έχουν ιδιωτικοποιηθεί, προτείνει επιμηκυμένα επιδόματα ανεργίας αντί για νέα παραγωγική βάση.
Ολα αυτά όμως είναι μέτρα που αποσκοπούν στο να διατηρήσουν σταθερή την ασθένεια που προκάλεσε τη σημερινή κρίση. Και η ασθένεια αυτή ονομάζεται ελληνικός κρατισμός. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη μεταφορά ενός περονικού προγράμματος σε ευρωπαϊκό έδαφος. Εχουμε να κάνουμε με ένα καθαρό και ενισχυμένο πρόγραμμα κρατισμού, το οποίο δεν έχει τίποτα το κοινό με μια σύγχρονη αριστερή πρόταση.

Μια αριστερή πρόταση, αντιθέτως, θα έπρεπε να μιλάει πρωτίστως για τρία βασικά προτάγματα: για την αναδιανομή, τη μείωση των ανισοτήτων και τη στήριξη του κράτους των υπηρεσιών σε υγεία, πρόνοια, παιδεία, ατομική ασφάλεια και ειρήνη. Αντί αυτών, στο πρόγραμμα Τσίπρα το κράτος πρόνοιας παραμένει ως έχει, το θέμα των ανισοτήτων δεν θίγεται καθόλου και η αναδιανομή αγνοείται παντελώς. Το κράτος λειτουργεί ως φιλόπτωχο ταμείο ή ως φιλανθρωπικό σωματείο, το οποίο μοιράζει από τα έτοιμα ή τα σχεδόν έτοιμα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να καταλάβει πως οι επιδοματικές πολιτικές μόνο συμπληρωματικό ρόλο έχουν σε ένα κράτος πρόνοιας. Γι' αυτό και δεν λέει τίποτα για την αλλαγή της παραγωγικής βάσης, η αδυναμία της οποίας γεννά την ανάγκη των επιδοματικών πολιτικών. Οπως το φούσκωμα του κράτους λειτούργησε ως υποκατάστατο της αδυναμίας του ιδιωτικού τομέα να παράγει θέσεις εργασίας, έτσι και ο κόσμος των επιδομάτων στην Ελλάδα λειτούργησε ως υποκατάστατο της αδυναμίας του κράτους πρόνοιας να προσφέρει δωρεάν ποιοτικές υπηρεσίες σε υγεία, παιδεία και ατομική ασφάλεια. Το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ προτείνει την αναπαραγωγή ενός υπερτροφικού κράτους-βιομήχανου, πελάτη και προμηθευτή παρασιτικών αστικών στρωμάτων. Με αυτές τις προτάσεις στερούν πόρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αναδιανεμηθούν υπέρ της δημιουργίας ενός κράτους-πρόνοιας υπηρεσιών. Η πρόταση Τσίπρα ενισχύει μόνο τα κρατικοδίαιτα στρώματα, αναπαράγοντας έτσι τις συνθήκες που γεννούν ανισότητες και φτώχεια.

Η διαφορά της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης, ως στην ουσία της μόνης ευρωπαϊκής αριστερής πρότασης, από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ έγκειται στο ότι σύμφωνα με αυτήν το κράτος πρόνοιας αναδιανέμει πόρους, τους οποίους αντλεί από την ελεύθερη αλλά ελεγχόμενη παραγωγική κοινωνία. Η τελευταία παράγει σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας, ελέγχεται γι' αυτό που κάνει και φορολογείται. Ας πούνε λοιπόν εκεί, στον ΣΥΡΙΖΑ και κάτι αριστερό και ας είναι και σοσιαλδημοκρατικό.
 
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Θέλει και η λιποταξία τη δικαιολογία της...

127 στελέχη νυν και πρώην του ΠΑΣΟΚ στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ!
(κατά το 27 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν…)
Αυτή ήταν η χθεσινή είδηση που «συγκλόνισε»! Πόσο μάλλον, όταν γίνεται λίγες ημέρες πριν τις εκλογές. Βέβαια δεν έχει σημασία το ότι εδώ και καιρό οι 127 δεν έχουν καμία σχέση με το ΠΑΣΟΚ ούτε βέβαια ότι κανένας φαντάζομαι από τους υπογράφοντες δεν ψήφισε ΠΑΣΟΚ (!) στις προηγούμενες εκλογές.
Δικαίωμα τους, όμως και δικαίωμα μου να αναρωτιέμαι για πιο λόγο επικαλούνται την πρώην ιδιότητα τους .
Στο όνομα λοιπόν της Αριστεράς αποφάσισαν σήμερα (χθες) να δημοσιοποιήσουν το τι θα ψηφίσουν. Καλώς!
Η προσπάθεια όμως να δικαιολογήσουν  τον πολιτικό τους συμβιβασμό είναι προφανές ότι αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας προσπάθειας επικόλλησης σε κάτι ,που λογικά δεν μπορεί να τους εκφράζει, αν υποθέσω ότι στρατεύτηκαν κάποια στιγμή στο ΠΑΣΟΚ αποδεχόμενοι αρχές και ιδεολογία που βρίσκεται σε άλλο μήκος κύματος από το σημερινό πολιτικό φορέα που τους φιλοξενεί.
Να υποθέσω δηλαδή ότι τα πιστεύω τους βρίσκονται πιο κοντά στη «Ρόζα» ή την ΚΟΕ από ότι στο ΠΑΣΟΚ. Καλώς. Και πάλι δικαίωμα τους.
Να υποθέσω ότι θεωρούν πως «διαφυλάσσουν» το πρόταγμα του Αριστερού αποδεχόμενοι αυτό που μέχρι πριν από λίγο καιρό απέρριπταν. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προέκυψε σήμερα. Ούτε ξαφνικά παρουσιάστηκε στο πολιτικό προσκήνιο. Το μόνο που άλλαξε είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων, σε μία εκλογική αναμέτρηση και το οποίο σε επίπεδο ιδεολογίας σηματοδοτεί και είναι εμφανές, μια προσπάθεια προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ σε μια αόριστη και νεφελώδη σοσιαλδημοκρατική λογική που πολύ απέχει από αυτά που θα έπρεπε λογικά να πιστεύουν.
Λένε:
«Η στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού και των απανωτών μνημονίων ηττήθηκε και στην Ελλάδα, όπως ηττάται πια σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.»
Να υποθέσω ότι ο Ολάντ ηγείται της μεγάλης ανατροπής ή οι δυνάμεις του Μελανσόν ανατρέπουν τον νεοφιλελευθερισμό;  Γιατί αν τα προηγούμενα πιστοποιούνται από τη Γαλλία και τη Γερμανία, φοβάμαι ότι για τους πρώην συντρόφους, ισχύει το αξιοπερίεργο: Να καταγγέλλουν τους εν Ελλάδι συμμάχους των «ανατροπέων» του νεοφιλελευθερισμού και να αναζητούν τον προσωπικό τους εξαγνισμό, στους μονίμους ηττημένους σε Ευρωπαϊκό επίπεδο! Άσε που νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς για να καταλήγεις σε συμπεράσματα περί ήττας . Η ανάγκη δικαιολόγησης βλέπετε!
 «Πήραμε θέση ότι ο λαός πρέπει να απορρίψει τις πολιτικές αυτές προκειμένου να υπάρχει ελπίδα εξόδου από την κρίση.»
Και θα συμφωνούσα, αν υπήρχε και συνέχεια. Γιατί καλή η ανατροπή των πολιτικών αλλά το σημαντικό είναι στο από εκεί και έπειτα!
Λένε:
«Σήμερα ο πρωταγωνιστικός ρόλος έχει περάσει στα χέρια των δυνάμεων, οι οποίες εκλογικά δικαιώθηκαν, με βασικό παράγοντα το ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ.»
Άρα ακολουθούμε τον υποτιθέμενο πρωταγωνιστή, με την ίδια ευκολία που ακολουθούσαμε  μέχρι πριν από λίγο το ΠΑΣΟΚ, το οποίο επίσης να υποθέσω , με βάση τη λογική τους είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο των εξελίξεων. Εδώ κάθε τύπου μαρξιστική ανάλυση σηκώνει τα χέρια. Συνήθως υπάρχει το πολιτικό υποκείμενο που διαμορφώνει τις εξελίξεις, διαμορφώνει τους όρους και τις συνθήκες. Εδώ φαίνεται κατά την άποψη των «Αριστερών» διαμορφώνονται τα πράγματα από ένα εκλογικό αποτέλεσμα.
Λίγο παρακάτω:
«…επιτάσσουν την άμεση συγκρότηση μιας μεγάλης αριστερής, δημοκρατικής παράταξης με τη συμμετοχή των δυνάμεων και των οργανώσεων-συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ και ευρύτερων αριστερών δυνάμεων- κομμουνιστογενών, σοσιαλιστικών και αριστερών δυνάμεων που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ…»
Απ’ όλα έχει ο μπαχτσές! Αναρωτιέμαι όμως αυτού του τύπου η μεγάλη αριστερή , δημοκρατική παράταξη, πως θα τοποθετηθεί απέναντι στην προοπτική της χώρας στην Ε.Ε.;
Και αν το αναφέρω είναι γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει εδώ και πολλά χρόνια λύσει αυτή την απορία μου. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους «συμμετέχοντες» στην νέα δημοκρατική παράταξη! Είναι γνωστό ότι οι μισοί από αυτούς που αναφέρουνε διεκδικούν τη διάλυση της Ε.Ε.! Άρα, πρώην σύντροφοι;;;;
Αφήνω στο τέλος αυτό που έχει για τον πολύ κόσμο μικρό ενδιαφέρον:
Η λογική της αυτό-αναγόρευσης σε «στελέχη» είναι μια βαθιά συντηρητική λογική και πρακτική. Η πολιτικές πρακτικές, οι ιδέες και η λειτουργία δημιουργούν και τους πολιτικούς συσχετισμούς και κάνουν νικηφόρα τη μία ή την άλλη λογική και πρόταση. Όταν εδώ και καιρό απορρίπτονται και ηττούνται ,ε! τότε κάτι πάει στραβά!
Για να το πω πιο απλά: Δεν χρειάζονται πολλά για να φύγεις από ένα κόμμα. Χρειάζονται όμως πολύ περισσότερα για να επιβιώσεις σε ένα άλλο.

Κλείνω με αυτό που πιστεύω:
Δεν διαμορφώνουν οι πρόσκαιροι εκλογικοί συσχετισμοί τη δημοκρατική παράταξη. Αυτοί καταγράφουν την στάση της κοινωνίας απέναντι σε συγκεκριμένες πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί. Η ανατροπή τους , η αλλαγή τους , ο επαναπροσδιορισμός θα γίνει στο εσωτερικό της με μάχη θέσεων και απόψεων, με πολιτική αντιπαράθεση, με καταγραφή των λογικών που μπορούν να νικήσουν και αυτών που ηττούνται.
Όσοι επιλέγουν αντί να δώσουν αυτή τη μάχη , να αλλάξουν πεδίο σύγκρουσης, κάνουν ακριβώς το ίδιο με όσους την ώρα της πιο κρίσιμης μάχης αποφασίζουν είτε να συμβιβαστούν με την ήττα είτε να την αποφύγουν προσχωρώντας σε άλλο στρατόπεδο.
Μακριά από εμένα λογικές λιποταξίας…
πηγή: http://ra64.wordpress.com/

Ο λαϊκισμός η μεγάλη απειλή για τη χώρα

του Θάναση Λυρτσογιάννη

Ενας είναι ο εχθρός, ο λαϊκισμός. Ο λαϊκισμός, που δεκαετίες τώρα έτρωγε τα σωθικά της χώρας, που δημιουργούσε πλαστούς παραδείσους και καταναλωτική ευφορία με δανεικά, αυτός ο λαϊκισμός που ελπίζαμε θα εξαφανιζόταν, είναι εδώ. Είναι εδώ κυρίαρχος και παντοδύναμος. Τον βλέπουμε κάθε μέρα στις προεκλογικές δηλώσεις των πολιτικών. Τον βλέπουμε στα προγράμματα των κομμάτων. Παρά τις διαφορετικές μορφές, την αλλιώτικη φρασεολογία, δυστυχώς έχει κυριαρχήσει στο σύνολο των πολιτικών κομμάτων, σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Οι υποσχέσεις, τα ΘΑ σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια και χωρίς διάκριση. Την ώρα που η χώρα αντιμετωπίζει το φάσμα της χρεοκοπίας, που θα οδηγήσει τους πολίτες στην εξαθλίωση, θα περιμέναμε ένα σχέδιο σταθεροποίησης αρχικά της οικονομίας, εξασφάλισης της παραμονής στο ευρώ και κατόπιν σταδιακή αποκατάσταση των αδικιών και του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Αντ' αυτού ακούσαμε υποσχέσεις που δυστυχώς δεν αντέχει η οικονομία να υλοποιήσει και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η χειροτέρευση και η απογοήτευση των πολιτών.

Αν η επιλογή μας είναι να κλείνουμε τα μάτια και να μη βλέπουμε την πραγματικότητα, να αρνούμαστε να σκεφτούμε και προπαντός να πράξουμε με κριτήριο τον ρεαλισμό και τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας, να ξαναθυμηθούμε το «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα», το οποίο είδαμε πού τελικά μας οδήγησε, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας.
Αλλά αν θέλουμε να σωθούμε, τότε σε αντιδιαστολή με τους πολιτικούς που λειτουργούν πάλι ως Μαυρογυαλούροι, ας λειτουργήσουμε εμείς οι πολίτες με πρόσθετο αίσθημα ευθύνης, κάνοντας επιλογές που αποκλείουν τον λαϊκισμό και την πλειοδοσία υποσχέσεων.

Πηγή: Έθνος

Η Λαγκάρντ και η φοροδιαφυγή του Μιχάλη Ιγνατίου


Αντιδρώντας στις άδικες για τον ελληνικό λαό δηλώσεις της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και στην άτοπη σύγκριση που έκανε με τα παιδιά του Νίγηρα, προσπεράσαμε το μείζον θέμα της αναφοράς της στη φοροδιαφυγή. Ισως -και ομιλώ γενικά- γιατί δεν μας συμφέρει, είτε επειδή δείχνει και την ανικανότητα του συστήματος να πατάξει το φαινόμενο που ρίζωσε βαθιά στην
ελληνική κοινωνία.

Και για να μη δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώ­σεις, πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι φοροδιαφεύ­γει το 25% με 30% του πληθυσμού, διότι είναι αδύνατον να μην πληρώσουν τους φόρους τους οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, για ευνόητους λόγους: το κράτος δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να αποσπάσει το «ποσοστό» του, ενώ περιέργως δηλώνει αδυναμία να εισπράξει το μερίδιο των προνομιούχων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Και εδώ έγκειται το πρόβλημα. Δεν προσπερνώ τις αψυχολόγητες δηλώσεις της κ. Λαγκάρντ, αλλά εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να επανέλθω στο προσφιλές μου θέμα, επειδή η πάταξη της φοροδιαφυγής θα έλυνε πολλά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Και βασίζομαι στις εκθέσεις του Ταμείου και των Ευ­ρω­­παίων και στις άπειρες δηλώσεις Ελλήνων κυβερνη­τικών αξιωματούχων. Ολοι οι παραπάνω μάς έχουν «εκπαιδεύ­σει» μέσω των εκθέσεων και των δηλώσεών τους ότι εάν ο καθένας αναλάμβανε τις ευθύνες του, και ειδικά οι προνο­μιούχοι, η Ελλάδα θα είχε ξεπεράσει την κρίση που με μαθη­ματική ακρίβεια την οδηγεί στο απόλυτο χάος και στην καταστροφή.

Τα ψέματα τελείωσαν και για τους δανειστές αλλά και για τους Ελληνες αρμοδίους που ανέλαβαν να υλο­ποι­ή­σουν το λεγόμενο «Ελληνικό Πρόγραμμα». Πρέπει να στα­ματήσουν να κατηγορούν τον λαό και να κάνουν το «καθή­κον» τους. Οι Ελληνίδες και οι Ελληνες, που υποφέ­ρουν λόγω των λαθών και των σκανδάλων των πολιτικών και των δανειστών, έχουν πληρώσει ακριβά την αποτυχία σωτη­ρίας της οικονομίας μέσω του μηχανισμού ΔΝΤ/ΕΕ. Εάν δεν έχει παταχθεί η φοροδιαφυγή, φταίνε μόνο οι ίδιοι, και πρέπει να σταματήσουν να δακτυλοδεικτούν τον ελληνικό λαό.

Πηγή: Έθνος

Κατά της υποψηφιότητας Σόιμπλε στην προεδρία του Eurogroup, τάσσεται το SPD

Κατά της ενδεχόμενης υποψηφιότητας του σημερινού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην προεδρία του Eurogroup, τάσσεται ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής ομάδας του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται σήμερα στην εφημερίδα Bild am Sonntag.

Κατά της υποψηφιότητας Σόιμπλε το SPD"Δεν μού αρέσει η ιδέα αυτή. Η κυριαρχία της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική είναι πλέον υπερβολική λόγω της οικονομικής μας δύναμης", τονίζει ο Σταϊνμάγερ.
Κατά τον Σταϊνμάγερ θα ήταν καλύτερα να αναλάβει τη θέση αυτή κάποιος αξιωματούχος μιας λιγότερο ισχυρής χώρας της ευρωζώνης.

Ο Σόιμπλε θεωρείτο το φαβορί για τη διαδοχή του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στην ηγεσία του Eurogroup, ωστόσο μετά την εκλογή Ολάντ, έχει γίνει αποδέκτης αρνητικών μηνυμάτων από το Παρίσι.

Η θητεία του Γιούνκερ λήγει στα τέλη Ιουνίου. Ο απερχόμενος πρόεδρος του Eurogroup έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί μια ακόμα θητεία στη θέση αυτή.