Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

H "μηδενική ανοχή "Σαμαρά και η ανάγκη για ένα Σύγχρονο Συνδικαλιστικό Κίνημα...

Γράφει ο Σήφης Μαμουνάκης

Πόσο ζαλισμένη και μπερδεμένη μπορεί να είναι αυτή η κοινωνία; Ακούω απόψεις από δω και από κει σχετικά με την απεργία της ΠΝΟ, που δυστυχώς οι περισσότερες ρέπουν προς την επιδοκιμασία της αντίδρασης της κυβέρνησης, όχι απαραίτητα επειδή κάποιος ανήκει πολιτικά στον χώρο, αλλά κυρίως επειδή έχει περάσει προς το κοινό ότι οι απεργοί ζητάνε να εξαιρεθούν και να έχουν ειδική μεταχείριση.

Εδώ λοιπόν τίθενται 2 βασικά ζητήματα. Το πρώτο έχει σχέση με το χειρισμό του ζητήματος από τους ίδιους τους απεργούς και τους εκπροσώπους τους στα συνδικαλιστικά τους όργανα. Όπως προκύπτει, λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι οι ναυτικοί που απεργούν είναι απλήρωτοι 6 μήνες και με την κινητοποίησή τους αυτή ζητάνε τα δεδουλευμένα τους. Ακόμα λιγότεροι γνωρίζουν ότι ενώ τα πλοία δραστηριοποιούνται 12 μήνες το χρόνο, οι εργαζόμενοι υπογράφουν σύμβαση για 10 και τώρα οι εφοπλιστές ζητάνε την μετατροπή της σε 8.

Από την άλλη, επειδή όλοι έβλεπαν ότι η τελική αντίδραση της κυβέρνησης θα ήταν η επιστράτευση, το θέμα είχε δημοσιότητα όλες αυτές τις μέρες και εκπρόσωποι των απεργών φιλοξενήθηκαν σε αρκετά ΜΜΕ, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να ενημερώσουν ουσιαστικά σχετικά με το δίκαιο των αιτημάτων τους. Αντ’ αυτού σπατάλησαν τον χρόνο που είχαν στις συνήθεις αγωνιστικές κορώνες, οι οποίες πλέον ηχούν ως τετριμμένες και χωρίς ουσία στα αυτιά μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

 Την ίδια ώρα, και ενώ η κυβέρνηση έχει ανοιχτά μέτωπα με πολλές ομάδες εργαζομένων, χλιαρή θεωρείται και η αντίδραση της ΓΣΕΕ. Σε όλες τις κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών αλλά και στην περίπτωση της απεργίας της ΠΝΟ, καταγγέλλεται ότι υπήρξε απούσα και πως η αντίδρασή της ήρθε κατόπιν εορτής. Αφού δηλαδή οι εργαζόμενο στους διάφορους τομείς εισέπραξαν την καρπαζιά τους (κατά το κοινώς λεγόμενο) έρχεται η ΓΣΕΕ να κάνει σχετική δήλωση και να οργανώσει μια παναττική απεργία για σήμερα Τετάρτη 6/2 και μια πανελλαδική για τις 20 του μήνα.

Το δεύτερο ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει έχει να κάνει με το δόγμα της μηδενικής ανοχής του κου Σαμαρά. Μέσα σε λίγες μέρες γινόμαστε μάρτυρες της δεύτερης επιστράτευσης εργαζομένων οι οποίοι απεργούν, ενώ ταυτόχρονα διαμηνύεται επίσημα και ανεπίσημα ότι ανάλογη θα είναι και η αντίδραση σε περίπτωση κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων των αγροτών. Βλέπουμε δηλαδή πως το μέτρο που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν η ύστατη επιλογή σε πολύ λίγες περιπτώσεις, να είναι η άμεση απάντηση απέναντι σε κάθε μορφής αντίδραση, ανεξάρτητα με τα αιτήματα. Διότι μπορεί στην περίπτωση των εργαζομένων στις συγκοινωνίες βασικό αίτημα να ήταν η μη υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο, στην περίπτωση της ΠΝΟ όμως είναι η καταβολή των δεδουλευμένων.

 Η επιλογή της κυβέρνησης Σαμαρά (και αναφέρομαι προσωπικά στον πρωθυπουργό διότι στην ουσία μόνος του κυβερνάει, οι άλλοι 2 εταίροι φαίνεται να έχουν μόνο τυπικό ρόλο) για σκληρή στάση, μηδενική ανοχή και υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος, χωρίς διάλογο με την κοινωνία, γίνεται στο όνομα της επίτευξης της ανάπτυξης και της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η εφαρμογή ακραίων μέτρων, όπως η επιστράτευση, γίνεται στο όνομα του κοινωνικού συμφέροντος, χωρίς όμως η εξήγηση αυτή να πείθει ούτε καν  το σύνολο των βουλευτών που μετέχουν στην κυβέρνηση.

Από τη μια εκδηλώνεται σε διάφορους τόνους, ότι η σκληρή στάση καταστολής που επιλέγει η κυβέρνηση σε συνδυασμό με την εφαρμογή κυβερνητικού έργου μέσω πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, είναι πρακτικές οι οποίες κάνουν «λάστιχο» τους θεσμούς και δεν ταιριάζουν σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Από την άλλη τίθεται σοβαρό ζήτημα από την εμμονή προσήλωσης της κυβέρνησης σε ένα πρόγραμμα, το οποίο οι ίδιοι οι εμπνευστές του, ομολογούν ότι έχει γίνει σε λάθος βάση και ότι παράγει αμφίβολα αποτελέσματα.

Τη στιγμή δηλαδή που το ΔΝΤ ομολογεί το αδιέξοδο της πολιτικής αυτής, τη στιγμή που ο ηγέτης του Γερμανικού SPD κος Stainbroug έρχεται στην Αθήνα και κατακρίνει δημόσια την εμμονή της κας Merkel στην πολιτική λιτότητας, τη στιγμή που πλήθος ξένου τύπου και έγκριτων αναλυτών μιλάνε για αδιέξοδο πρόγραμμα, η Ελληνική κυβέρνηση επιλέγει αδιάλλακτη στάση στο εσωτερικό της και στάση αναμονής στο εξωτερικό.

Το θέμα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ μηνύει τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poors, για τις αξιολογήσεις του στα επισφαλή δάνεια και τον θεωρεί υπεύθυνο για την κρίση. Σε τι βαθμό οι εσφαλμένες εκτιμήσεις του ΔΝΥ οδήγησαν σε λήψη λανθασμένων μέτρων τα οποία βάθυναν την ύφεση; Το ερώτημα αυτό θα έπρεπε να είναι το κυρίαρχο επιχείρημα της Ελληνικής κυβέρνησης στις συζητήσεις με τους υπεύθυνους της Τρόικα και βάσει αυτού θα έπρεπε τουλάχιστον να ζητηθεί αύξηση του χρόνου αναπροσαρμογής της χώρας μας χωρίς προϋποθέσεις και απαιτήσεις για νέα μέτρα.

Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα η Ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να μην λαμβάνει υπ όψιν της αυτές τις εξελίξεις και να συνεχίζει απρόσκοπτα στην εφαρμογή της μέχρι τώρα πολιτικής. Μιας πολιτικής όμως η οποία βάλλεται ακόμα και από τα έσω, με αιχμή του δόρατος την υπερφορολόγηση, ειδικά στα ακίνητα. Δεν είναι ούτε λίγες ούτε ασήμαντες οι φωνές των βουλευτών του κου Σαμαρά που κατακρίνουν τον κο Στουρνάρα για τις φορολογικές νομοθετικές πρωτοβουλίες του. Καταγγέλλουν πως οι υπερβολικοί φόροι στα ακίνητα, ειδικά σε αυτά που δεν αποδίδουν εισόδημα στον κάτοχο τους, επί αντικειμενικών αξιών πολύ υψηλότερων των εμπορικών, είναι πολιτική που χαρακτηρίζεται ακόμα και αντιφιλελευθερη (!).

Συνοψίζοντας λοιπόν κανείς τα παραπάνω διαπιστώνει πως από τη μια οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές πρακτικές δεν έχουν διείσδυση μέσα στην κοινωνία, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ασκεί πρακτικές για τις οποίες κατακρίνεται. Από την άλλη η εφαρμοζόμενη πολιτική αποδοκιμάζεται τόσο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό, και παρά το γεγονός ότι τίθενται θεμελιώδη και ουσιαστικά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητά της, η κυβέρνηση εξακολουθεί να υιοθετεί την λογική του μονόδρομου.

Είναι συνεπώς απολύτως αναγκαίο από τη μια το συνδικαλιστικό κίνημα να αναθεωρήσει την ρητορική και τις πρακτικές του προκειμένου να μην ενθαρρύνει τον κοινωνικό αυτοματισμό, αλλά απεναντίας να συσπειρώνει την κοινωνία γύρω από αντικειμενικά δίκαια και λογικά αιτήματα. Εξίσου αναγκαία όμως είναι και η συνειδητοποίηση από το σύνολο του πολιτικού συστήματος των ευθυνών του, και η υιοθέτηση μιας διαπραγματευτικής λογικής απέναντι στους δανειστές μας οι οποίοι έστω και καθυστερημένα συνειδητοποιούν και ομολογούν τις συνέπειες της λανθασμένης πολιτικής που επέβαλαν. Ακόμα και τώρα, ίσως να μην είναι πολύ αργά… για όλους μας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου