Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Η προοδευτική πολιτική των μεταρρυθμίσεων


Tου Στέφανου Κασιμάτη
Πολύ προτού γίνει υπουργός Οικονομικών, ο Γιάννης Στουρνάρας είχε πει σε ραδιοφωνική συνέντευξή του το εξής: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι αριστερή πολιτική, είτε μας αρέσει είτε όχι. Δεν είδα όμως προεκλογικά αυτά τα κόμματα τα οποία ανήκουν στην Αριστερά να θέτουν μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Εγώ βλέπω λόγια και ακούω κουβέντες, οι οποίες μου μυρίζουν προστασία της καθεστηκυίας τάξης, δεν βλέπω ανατροπές, δεν βλέπω προτάσεις για την πάταξη της φοροδιαφυγής».

Ισως ξενίζει κάπως η τολμηρή χρήση της συναισθησίας στον λόγο του Γ. Στουρνάρα (βλέπει λόγια, μυρίζει κουβέντες...), επί της ουσίας όμως ο άνθρωπος το λέει πολύ σωστά: οι μεταρρυθμίσεις είναι προοδευτική πολιτική. Αριστερή, κατά τη διατύπωσή του, δεν είναι. Ωστόσο το λάθος -ακούσιο, υποθέτω- υπογραμμίζει με τον τρόπο του την ορθότητα αυτού που έχει την πρόθεση να πει. Διότι μας θυμίζει πόσο έχουμε συνηθίσει πια, έπειτα από τριάντα τόσα χρόνια Μεταπολίτευσης, να ταυτίζουμε το προοδευτικό -αυτό δηλαδή που πηγαίνει την κοινωνία μπροστά, κάπου καλύτερα- με το αριστερό.
Και όμως, για να περιοριστούμε μόνο στον χώρο της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών, η εξομοίωση όλων των υπαλλήλων προς τα κάτω, αυτό δηλαδή που σήμερα, μπροστά στην ανάγκη περιορισμού των κρατικών δαπανών, μας εμποδίζει να διαχωρίσουμε το περιττό από το απαραίτητο κράτος, ήταν αριστερή πολιτική. Η διαρκής διεύρυνση δικαιωμάτων και προνομίων για όλους, χωρίς αντίκρισμα σε υποχρεώσεις και αξιότητα, ήταν η κατεύθυνση προς την οποία μονίμως πίεζαν τα αριστερά συνδικάτα και οι υπουργοί -είτε δεξιοί είτε αριστεροί- μονίμως υπέκυπταν, ει μη τι άλλο για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο από απεργίες και τα τοιαύτα. Εξάλλου, παντού και πάντα η Αριστερά όποτε πήρε την εξουσία, είτε στην καθαρόαιμη εκδοχή ως σταλινική δικτατορία στην Ανατολική Ευρώπη είτε στη λάιτ ως πασοκαρία στην Ελλάδα, εξαφάνισε τις ελίτ, προκειμένου το κόμμα να αναλάβει τον καθοδηγητικό ρόλο τους.

Αντιθέτως, η αξιολόγηση, λ.χ., η οποία, στο όνομα του κοινού συμφέροντος, προωθεί τον φιλότιμο και ικανό υπάλληλο εκεί όπου του αξίζει να βρίσκεται, ενώ αφήνει τον ανεπαρκή εκεί όπου του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, είναι ή, εν πάση περιπτώσει, θεωρείται από τους αριστερούς δεξιά πολιτική. Αριστερό, στην πράξη τουλάχιστον, όπως το βιώνουμε στην οργάνωση του ελληνικού Δημοσίου, είναι οι κακοί να κρατούν τους καλούς στο επίπεδό τους. Μόλις χθες, π.χ., μου έλεγε φίλος, του οποίου το παιδί φοιτά σε πρότυπο (που λέει ο λόγος...) δημόσιο σχολείο, ότι η φιλόλογος εξηγούσε στα παιδιά ή, μάλλον, κατηχούσε τα παιδιά στην αξιολόγηση και τους έλεγε, εν ολίγοις, ότι «με την αξιολόγηση, εμάς που είμαστε καλοί μαζί σας θα μας διώξουν και θα φέρουν άλλους, που είναι κακοί, γιατί σας θέλουν αμόρφωτους ώστε να μην αντιδράτε στο Μνημόνιο»!

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι έχουμε τουλάχιστον 120.000 δάσκαλους και καθηγητές Μέσης Εκπαίδευσης, ίσως τους περισσότερους ανά μαθητή στην Ευρώπη, με τις λιγότερες ώρες διδασκαλίας και, συγχρόνως, το επίπεδο της παιδείας που παρέχεται είναι αυτό που καταγράφεται στις διεθνείς κατατάξεις, με τις επονείδιστες θέσεις που καταλαμβάνει η Ελλάδα. Αυτό είναι αποτέλεσμα της αριστερής πολιτικής, η οποία επιδιώκει και την εξίσωση των διδασκόντων, με τρόπο που τους στερεί τα κίνητρα για να γίνουν αποδοτικότεροι, αλλά και την εξασφάλισή τους, με τρόπο που τους δίνει την πολυτέλεια να μην νοιάζονται για την απόδοσή τους. Κι όταν το σύστημα αυτό αποτυγχάνει, τότε ποια είναι τότε η αριστερή, δήθεν προοδευτική, λύση; Μισθολογικές αυξήσεις, περισσότερες προσλήψεις...
Είναι απαραίτητο, στον δημόσιο λόγο τουλάχιστον, να αποσυνδεθούν οι έννοιες «προοδευτικό» και «αριστερό». Αναρωτιέμαι όμως πόσο εύκολο είναι να γίνει αυτό, όταν σε πρότυπα δημόσια σχολεία η αριστερή προπαγάνδα έχει πάρει τέτοια έκταση. Ο Μπέρια είχε υποσχεθεί στον Στάλιν ότι, αν του έδινε τη διαμόρφωση μιας γενιάς, εκείνος θα του έδινε τη Σοβιετική Ενωση δική του. Εμείς έχουμε ήδη χάσει δύο γενιές...

Madeleines και μπουζοπούλες

Με τον τρόπο του Προυστ, ο τύποις αναπληρωτής, μα κατ’ ουσίαν υπουργός Πολιτισμού Κώστας Τζαβάρας μας υποδεικνύει τον δρόμο της ακούσιας μνήμης, μέσα από γευστικά ερεθίσματα, ως τον ενδεδειγμένο για την αειφόρο ανάπτυξη: «Οπως ακριβώς ο Μαρσέλ Προυστ μέσα από τη γεύση ενός μπισκότου ξανακέρδισε τον χαμένο κόσμο, έτσι πρέπει να κινηθούμε και εμείς. Δηλαδή να ξαναχρησιμοποιήσουμε τους ίδιους τρόπους που παλιά χρησιμοποιούσε η κοινωνία για τη διαχείριση των δασών, τη διαχείριση των λιμνών, την αξιοποίηση των λιμνών, την αξιοποίηση των νερών και, κυρίως, για να έχουμε τη δυνατότητα να ξανακερδίσουμε ό,τι χάσαμε μέσα από την ξέφρενη ανάπτυξη».
Στο μέτρο κατά το οποίο μου πέφτει λόγος, συμφωνώ. (Πώς θα ήταν δυνατόν να μη συμφωνήσω, όταν κοτζάμ Τζαβάρας συναντά τον Προυστ;). Απλώς να προτείνω μία μικρή διόρθωση, εφόσον μου επιτρέπεται. Αντί για τις petites madeleines του Προυστ, βουτήματα με υφή κέικ τα οποία για τους περισσότερους εξ ημών δεν σημαίνουν τίποτε, αφού δεν ανήκουν στην παράδοσή μας (όπως π.χ., ρόκα-παρμεζάνα, μοτσαρέλα-πέστο, αστακομακαρονάδα κ.λπ.), θα συνιστούσα την τιμημένη, πατροπαράδοτη μπουζοπούλα. Τη σουβλιστή γουρουνοπούλα, δηλαδή, της οποίας η μεθυστική μοσχοβολιά ειδοποιεί τον ταξιδιώτη, ακόμη και αν είναι τόσο βλάκας ή αφηρημένος ώστε να μην κατάλαβε για πότε πέρασε τον Ισθμό, ότι βρίσκεται στα εδάφη της Πελοποννήσου, γνήσιο τέκνο της οποίας (Πελοποννήσου, ουχί της μπουζοπούλας) είναι και ο υπουργός μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου